Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

Μεγάλο Στοίχημα - Τελευταία Ευκαιρία!

Ένα κείμενο κυρίως για τον Γιώργο Παπανδρέου

Φίλες, φίλοι, απαντώ τώρα στα εκατοντάδες σχόλια σας, τα οποία έχω ομαδοποιήσει, για τα σφάλματα της ηγεσίας επί προεδρίας Παπανδρέου, τις νέες προκλήσεις που αυτός αντιμετωπίζει καθώς και για τον εύλογο σκεπτικισμό και τις αμφιβολίες πολλών από σας σχετικά με τις δυνατότητες και τις νέες ευκαιρίες που έχει μπροστά του. Θα το κάνω με το ίδιο ανεξάρτητο, κριτικό, ενωτικό και συντροφικό πνεύμα που έγραψα τα «στοιχειώδη μαθήματα πολιτικής» για την κίνηση Βενιζέλου. Όταν λέω «Γιώργος», ή «Βαγγέλης» και «Κώστας» αναφέρομαι βέβαια σ’ ένα μωσαϊκό καταστάσεων, απόψεων, προσώπων και πραγμάτων. Είναι, ίσως πουν πολλοί από σας, μια μάταιη απόπειρα να υπερβούμε την υστερία των ημερών και να ανακαλύψουμε ένα «αρχιμήδειο σημείο» για να δούμε τον εαυτό μας με τα μάτια ενός παρατηρητή «απ’ έξω».

Μπορεί να κερδίσει τον Καραμανλή ο Γιώργος Παπανδρέου;

Προεκλογικά έλεγα με νόημα ότι κανείς, πλην Ανδρέα, δεν κέρδισε εκλογές στο ΠΑΣΟΚ από θέση αντιπολίτευσης. Επεσήμανα τη δυσκολία σ’ ένα κόμμα που είχε κρατικοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό να δώσει εκλογική μάχη δίχως το κράτος. Να γιατί είναι απόλυτη προτεραιότητα η επανίδρυση του ΠΑΣΟΚ για να αποκτήσει ξανά η κεντροαριστερά την πολιτική, ιδεολογική και ηθική ηγεμονία και να ανανεώσει την ικανότητα της να εκπροσωπεί ένα ευρύτερο φάσμα κοινωνικών δυνάμεων. Η γνώμη μου είναι ότι μ’ αυτή την προϋπόθεση, λογικά μπορούν και οι τρεις υποψήφιοι να κερδίσουν τον Καραμανλή αν πράγματι είμαστε ενωμένοι και αποφασισμένοι. Θεωρώ απαράδεκτο σ’ ένα εσωκομματικό αγώνα να στηρίζουν την καμπάνια τους και μάλιστα δημόσια, ορισμένοι φίλοι πάνω στο δόγμα «ο Γιώργος δεν κερδίζει». Ο Γιώργος είναι πολύ πιθανόν, το πιθανότερο, να είναι Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και έτσι αντικειμενικά κινδυνεύουμε να παγιωθεί de facto στην κοινωνία η άποψη ότι «δεν κερδίζει» το ΠΑΣΟΚ, οπότε η πρόβλεψή τους θα λειτουργήσει ως αυτοεπιβεβαιούμενη προφητεία. Ας ισχυριστούν καλύτερα ποιος υποψήφιος έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να «κερδίσει», διαφορετικά ασύνειδα αυτoϋπονομεύουμε τις εκλογικές μας προοπτικές. Μοιάζουμε με το σύζυγο που για να εκδικηθεί την άπιστη σύζυγό του έκοψε το γεννητικό του όργανο. Υπάρχουν εύλογα όρια στον εσωκομματικό ανταγωνισμό που πρέπει να γίνουν αποδεκτά από όλους.

Μπορεί ο Γιώργος να κάνει το 2007 ότι δεν έκανε το 2004;

Είπα την επόμενη των εκλογών ότι η χαμένη στιγμή στην πολιτική δεν επανέρχεται ποτέ η ίδια. Τίποτα όμως δεν θα είναι το ίδιο μετά την 11η Νοεμβρίου, ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε πιθανόν ο Γιώργος. Νέοι απρόβλεπτοι παράγοντες ήρθαν στην επιφάνεια. Ένας φίλος blogger, ο Τρύφων, ισχυρίζεται «ότι ο Βενιζέλος θα είναι ο πρώτος και ο τελευταίος που θα ηττηθεί από τον Παπανδρέου». Άλλοι όμως αντιτείνουν ορισμένες ηγετικές ικανότητες και τη δύναμη θέλησης που επέδειξε ο Γιώργος Παπανδρέου μετά την ήττα:

Πρώτο, παρά τις προγνώσεις των αναλυτών δεν παραιτήθηκε και αποφάσισε κόντρα στο ρεύμα να διεκδικήσει την ηγεσία με τις χειρότερες δυνατές προϋποθέσεις. Δεύτερο, έχει το κουράγιο να δώσει την άνιση μάχη με τα ισχυρά συμφέροντα, τα οποία πάνε να αποικίσουν την πολιτική ζωή. Τρίτο, έφερε στην επιφάνεια με ριζοσπαστικό τρόπο την «καθεστωτική μετάλλαξη» του ΠΑΣΟΚ και προσδιόρισε το πεδίο αντιπαράθεσης με τρόπο που ώθησε και τους άλλους υποψηφίους να ριζοσπαστικοποιήσουν την ατζέντα τους και να αποκηρύξουν τα εκφυλιστικά φαινόμενα του καθεστωτισμού. Τέταρτο, έδειξε αποφασιστικότητα, συσπείρωσε τον κεντρικό κορμό του ιστορικού ρεύματος του ΠΑΣΟΚ, γύρισε το παιχνίδι κι αν καταφέρει, όπως ισχυρίζονται πολλοί φίλοι bloggers, να κερδίσει ένα superstar όπως το Βενιζέλο, τότε βάσιμα το «φάγωμα» του Καραμανλή θα είναι απλό breakfast. Μπορεί όμως να υπάρξει μια τέτοια στιγμή αναγέννησης ενός πολιτικού προσώπου και μάλιστα μετά τα πενήντα; Μπορεί να έχει διάρκεια η αποφασιστικότητα και η συγκέντρωση του Προέδρου; Υπάρχει κίνδυνος να ξεχαστεί και να παρανοήσει ο Παπανδρέου το νόημα της εντολής που θα του δοθεί όπως δείχνουν μέχρι στιγμής τα πράγματα; Έχει συμβεί μερικές φορές ένα εντυπωσιακό comeback σε ηγέτες αλλά θα ήταν επιπόλαιο από μέρους μου να το εγγυηθώ. Εγγύηση είναι μόνο η διαρκής απαιτητικότητά σας έναντι όλων και η επαγρύπνισή σας για την ενότητα του κόμματος μέσα στην επανίδρυση και ανανέωσή του όχι την αμυντική περιχαράκωσή του. Μένει να αποδειχθεί και μετά την 11η Νοεμβρίου ότι ο Πρόεδρος και όλοι μας έχουμε τα ψυχικά και πολιτικά αποθέματα για να εκπληρώσουμε ένα καθήκον που το 2004 θα ήταν ανάβασις του «Υμηττού» και τώρα του «Ολύμπου».

Οι «χρυσές ευκαιρίες» στην πολιτική για έναν ηγέτη είναι το πολύ δύο , σπάνια τρεις, όσες και οι πιθανότητες αιφνιδίου πολιτικού θανάτου, όπως τα αναλύω με πολλά παραδείγματα στο «Ζητούνται Αλχημιστές». Υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα της πρώτης ή της δεύτερης ευκαιρίας. Ο Γιώργος έχει μια τελευταία ευκαιρία. Το ίδιο δεν θεωρώ ότι αν ο Βαγγέλης χάσει, χάνει τα πάντα. Αν διαχειριστεί δημιουργικά, ενωτικά και καθαρά μία ενδεχόμενη ήττα του, με κριτήριο την αναγέννηση του ΠΑΣΟΚ, τότε οι «χρυσές ευκαιρίες» γι’ αυτόν είναι μπροστά του με διαφορετικούς όρους. Μη ξεχνάμε ότι είμαστε η χώρα του «θνήσκοντος» και «αναγεννώμενου» Διονύσου.

Ποια είναι τα θεμελιώδη σφάλματα της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ επί προεδρίας Γιώργου Παπανδρέου;

Είναι αρκετά αλλά η μητέρα όλων των λαθών έχει τίτλο: «συντήρηση του status quo».

Πρώτο, σχηματίστηκαν πολυπρόσωπα όργανα φλυαρίας, μία μικτή υπουργική όλων των εποχών, πασαρέλα για να βολευτούν όλοι, με αποτέλεσμα χαμηλό επίπεδο παραγωγής πολιτικής, ανύπαρκτο ρόλο συντονισμού και διεύθυνσης και μόνιμη πηγή παραπολιτικών διαρροών. Η ευθύνη τώρα για τα πολυπρόσωπα και επικαλυπτόμενα όργανα χρεώνεται αποκλειστικά στον Πρόεδρο από εκείνους που απαιτούσαν με όλα τα μέσα τη συμμετοχή τους. Ο Πρόεδρος δεν άσκησε τον αναγκαίο, αυστηρό αλλά δημιουργικό έλεγχό του μέσα από ειλικρινείς, πρόσωπο με πρόσωπο συνεργασίες. Πολλά στελέχη των οργάνων λειτουργούσαν ως βοηθοί του πολιτικού ρεπορτάζ σύμφωνα με τις κακές συνήθειες που διαμορφώθηκαν εδώ και πολλά χρόνια. Έτσι από τη μία ο Πρόεδρος στο δικό του πεδίο έμεινε μόνος του να αυτοσχεδιάζει, οι δε υπεύθυνοι με πνεύμα βαρονίας διαμόρφωναν συχνά τους Τομείς της Κ.Ε. ως φέουδα ή προσωπικά εκλογικά Γραφεία Τύπου με τα κοινότοπα διαγγέλματα κάθε μέρα από το υπόγειο της Χαριλάου Τρικούπη. Γνωρίζω από πρώτο χέρι ακατάλληλες τοποθετήσεις σε θέσεις ευθύνης ή αυθαίρετες αντικαταστάσεις κατ’ απαίτηση κυρίως της βαρονίας. Ο λογαριασμός βέβαια σ’ όλα τα λάθη από την πολιτική και την τακτική μέχρι τη Νεολαία και τις δημοτικές εκλογές στέλνεται τώρα αποκλειστικά στον Παπανδρέου. Σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις στο ηγετικό κάδρο παρέμεναν κορεσμένα πρόσωπα που, καλώς ή κακώς, δημιουργούν απώθηση στην κοινή γνώμη. Η δικαιολογία; «Έχουν ισχυρό πέρασμα στα ΜΜΕ», είχε λεχθεί!!

Δεύτερο, ο Πρόεδρος, προφανώς για να αντισταθμίσει αυτό το μπαγιάτικο στην ηγεσία, έκανε ένα – δυο πρόχειρες αναδείξεις νέων προσώπων με αποτέλεσμα οι θιασώτες του status quo να τις μεγεθύνουν ως θανάσιμα αμαρτήματα, να τις πολλαπλασιάζουν μέσα από τα «φίλια» ΜΜΕ ώστε να επιβληθεί στο τέλος το κίνημα παλινόρθωσης των πάντων και τελικά το «Γιώργο μην αλλάξεις τίποτα». Ο Πρόεδρος πάντως πρέπει να οξύνει το αισθητήριό του στην επιλογή των προσώπων ώστε να μη δημιουργείται άδικα η εικόνα ότι κινείται μεταξύ εντυπωσιασμού και ανασφάλειας. Ανανέωση προσώπων δεν σημαίνει «λαγούς απ΄ το μανίκι». Για την ιστορία απλώς θέλω να υπενθυμίσω ότι την ιδέα της «αμφίπλευρης διεύρυνσης» την κληρονόμησε ο Παπανδρέου και από την προηγούμενη ηγετική διάταξη. Προσωπικά ζυμώθηκα και το 2000 για υποτιθέμενη διεύρυνση «Σουφλιά – Ανδρουλάκη», πράγμα που γράφτηκε συχνά στον φιλικό τύπο, και αγνοώ πόσο είχε προχωρήσει ή πόση βάση είχε. Ένιωθα θιγμένος και τότε ότι έπρεπε να βρεθώ στο ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ, παρότι το στήριξα σ’ όλες τις εκλογές μετά το ’90, υποχρεωτικά(!) ως αντίβαρο διεύρυνσης προς τα κεντροδεξιά. Εννοείται ότι αυτή η διεύρυνση δεν είναι γενικά λάθος αλλά υπάρχει πρόβλημα τακτικής στο πότε, πώς, σε ποια δόση και με ποιους.

Τρίτο, η θρησκεία του status quo έκανε απαγορευτική τη γόνιμη επεξεργασία της κυβερνητικής εμπειρίας ώστε να ξέρουμε «τι δούλεψε» και τι «δεν δούλεψε» και γιατί. Οι διαδικασίες μάθησης και μεταβίβασης της γνώσης έχουν διακοπεί εδώ και χρόνια στο κόμμα. Έτσι το αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημά μας σε κυβερνητική πείρα δεν πραγματώθηκε και μερικά τουλάχιστον κατέληξε σε μειονέκτημα. Υπάρχουν πρόσωπα και θέματα ταμπού. Πολύ περισσότερο που διαπιστώνεται ένα παράδοξο στις πρόσφατες κυβερνήσεις μας. Επιτυγχάνουμε και συμβάλλουμε στην πρόοδο της Ελλάδας εκεί που θεωρητικά θα μπορούσε να πετύχει και μια φωτισμένη κεντροδεξιά κυβέρνηση (ΟΝΕ, μεγάλα δημόσια έργα, Ολυμπιακοί αγώνες, εκσυγχρονισμός τραπεζικού συστήματος κλπ.). Πρόκειται φυσικά για μια υπόθεση κι όχι για υπαρκτή δυνατότητα στη χώρα μας. Και αποτυγχάνουμε ή δεν πάνε καλά τα πράγματα εκεί που κυρίως κρίνεται η σοσιαλδημοκρατική πρόταση, εκεί που υπάρχει η διαχωριστική γραμμή δεξιάς – αριστεράς, εκεί που δοκιμάζεται η στρατηγική των μεταρρυθμίσεων και των αλλαγών (Παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση, εργασία των νέων, αδικίες μεταξύ γενεών και φύλων, χαμηλή απόδοση της δημόσιας δαπάνης σε τομείς κοινωνικής ευθύνης, διαφθορά, κρατικό – ολιγαρχικό σύμπλεγμα). Κανένα όμως ανανεωτικό σχέδιο στον χώρο της Αριστεράς δεν προχώρησε ποτέ δίχως έναν δημιουργικό αναθεωρητισμό.

Τέταρτο, ο πολιτικός μας λόγος δεν είχε προτεραιότητες, επικέντρωση και συνέχεια, συχνά τρεμόπαιζε όπως μια οθόνη που κάνει «νερά», εγκλωβίστηκε σ’ ένα φθοροποιό πινγκ – πονγκ με την κυβέρνηση – «επί των ημερών μας, επί των ημερών σας» που δημιούργησε την εντύπωση της εξομοίωσης των αντιπάλων - αφέθηκε σε ανώριμες συνταγματολογικές επινοήσεις μακριά από τις προτεραιότητες ενός λαϊκού σοσιαλιστικού κόμματος, άφηνε την κυβέρνηση να διαμορφώνει τη δική μας ατζέντα, κατέληξε σ’ ένα μονότονο καταγγελτικό λόγο δίχως θετικές πρωτοβουλίες και προτάσεις που θα μας συνέδεαν με πραγματικά κοινωνικά κινήματα και θα έδιναν συγκεκριμένη απάντηση σε συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες. Ο κίνδυνος να κολλήσουμε και τώρα στα ίδια και τα ίδια ή και χειρότερα είναι ορατός από τις πρώτες μέρες της νέας αντιπολίτευσης.

Πέμπτο, το status quo απέτρεψε όχι μόνο οποιαδήποτε δημιουργική διαδικασία επανίδρυσης του ΠΑΣΟΚ αλλά και μία έγκαιρη, καινοτόμα προγραμματική εργασία ανάλογη με αυτή των Νέων Εργατικών στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όπως είχαμε προτείνει. Και τι να το κάνουμε το Πρόγραμμα; Πρόγραμμά μας έπρεπε να είναι η επιβεβαίωση της επιτυχίας των υπουργών μας σ’ όλους τους τομείς! Αυτό ήταν το όριο. Κι όταν στο τέλος επιχειρήθηκε να διαμορφωθεί ένα ικανοποιητικό προγραμματικό πλαίσιο, οι όποιες καινοτομίες του κατά κανόνα δεν πέρασαν στο λόγο των υπουργών δίχως υπουργεία στο βαθμό που υπερέβαιναν την δική τους κυβερνητική εμπειρία. Η συγκεκριμενοποίησή του στις συντεταγμένες κυβερνητικού προγράμματος ποτέ δεν προχώρησε και έτσι το κόμμα παρακολουθούσε αμήχανο τις κούφιες προεκλογικές πρωτοβουλίες της ΝΔ. Στο νέο κλίμα θα δυσκολευτούμε πολύ περισσότερο να συγκεντρώσουμε τις αναγκαίες πνευματικές δυνάμεις και τους ταλαντούχους με υψηλή εξειδικευμένη γνώση για να δώσουμε νέα ώθηση στην προγραμματική εργασία.

Το μεγάλο στοίχημα του Προέδρου μετά τις 12 του Νοέμβρη

  • Ο «νικητής» στις 12 συναντά τους δύο άλλους υποψήφιους και αποφασίζουν από κοινού τη διάλυση όλων των μηχανισμών «νικητών» και «ηττημένων» και την ανασύνθεση της ενότητας του κόμματος πέρα από τις στοιχίσεις της προεκλογικής περιόδου. Ρητά και κατηγορηματικά δεν αναγνωρίζεται καμιά ανταπόδοση σε «πιστούς» πολεμιστές καμιάς πλευράς. Εδώ τα πράγματα δεν είναι εύκολα γιατί όταν σ’ ένα κόμμα υπάρχουν υπεράριθμοι αξιωματούχοι δίχως αντίστοιχα αξιώματα, φουντώνει η εγγενής ροπή προς τις φραξιονιστικές διαιρέσεις, τις βεντέτες ακόμα και τη διάσπαση για να πολλαπλασιαστούν οι ρόλοι, οι θέσεις, οι μηχανισμοί και τα τηλεοπτικά «παράθυρα». Πρώτος ο «νικητής» θα πρέπει να επαναφέρει αυστηρά στην «τάξη» τους υποτιθέμενους «δικούς» του.

  • Σ’ αυτή τη φάση η επισημοποίηση οργανωμένων ιδεολογικών τάσεων θα είναι το ψευδώνυμο για τη μεταμφίεση και περιχαράκωση των αντίπαλων εκλογικών μηχανισμών. Έτσι είναι άλλωστε πασιφανές ότι οι ιδεολογικές αποκλίσεις εντός των προεκλογικών συσπειρώσεων είναι πολύ μεγαλύτερες απ’ ότι μεταξύ των υποψηφίων Προέδρων στους οποίους αυτές αναφέρονται.

  • Η Προεδρεία γίνεται συντεταγμένος θεσμός του κόμματος, με διεύθυνση υψηλού επαγγελματικού επιπέδου και συμβούλους ικανούς, επώνυμους, δημόσια υπεύθυνους με καθορισμένο αριθμό και καταμερισμό έργου. Πρέπει να αποκλειστούν τα αμοιβαδικώς μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα όπου «κόσμος πάει και έρχεται» και επικρατεί ο ανταγωνισμός για το «αυτί» του Προέδρου, ο αποκλεισμός των ανεπιθύμητων και η ασύμμετρη ή επιλεκτική πληροφόρησή του. Η δυνατότητα να δημιουργηθεί «Λευκός Οίκος» του ΠΑΣΟΚ με υψηλή επάρκεια εξατμίστηκε και τώρα ο Πρόεδρος πρέπει να συνηθίσει να δουλεύει σε ημερήσια βάση μ’ ένα πραγματικό πολιτικό όργανο.

  • Το Πολιτικό Συμβούλιο γίνεται ένα ολιγομελές, ευέλικτο εργαζόμενο σώμα πολιτικού σχεδιασμού και διεύθυνσης με υψηλό ταλέντο και γνώση που δεν δεσμεύεται στη σύνθεσή του από επετηρίδες, βαρονίες, ιεραρχίες υπουργείων, διακρίσεις τιμητικού χαρακτήρα και προπαντός δεσμεύσεις και συμμαχίες από την «μάχη» για την Προεδρία. Μία πραγματική συλλογική ηγετική ομάδα αφοσιωμένη στο ανανεωτικό, ενωτικό και νικηφόρο σχέδιο της επανίδρυσης του ΠΑΣΟΚ. Εδώ βρίσκεται η δυσκολία σ’ ένα κόμμα και σε μία Κοινοβουλευτική Ομάδα με πολλούς υποψήφιους Πρωθυπουργούς (!), δεκάδες υπουργούς δίχως υπουργεία, μ’ ένα πολιτικό προσωπικό που είναι σε μεγάλο βαθμό κορεσμένο, με την όρεξή του για πραγματική μάχη διαρκείας μειωμένη, ανίσχυρο πια να κάνει ό,τι έκανε πριν τριάντα χρόνια. Ο «νικητής» Πρόεδρος πρέπει να δώσει το καλό παράδειγμα και να μη θεωρεί δεδομένη τη συμμετοχή συντρόφων που αντλούν το κύρος και το ρόλο τους κυρίως από τη «νομιμοφροσύνη» τους στο πρόσωπό του. Πρέπει όλοι όσοι έχουμε χορτάσει κομματικά και κρατικά αξιώματα να δώσουμε εθελοντικά περισσότερες ευκαιρίες σε πιο φρέσκιες δυνάμεις του κόμματος και να διευκολύνουμε την συγκρότηση του ολιγομελούς οργάνου που επικαλούμαστε. Υπάρχουν άλλοι τρόποι να εξασφαλιστεί η τιμητική θέση και η συνεχής προσφορά των ιστορικών στελεχών του κόμματος.

  • Στην παρούσα φάση η άμεση εκλογή του Πολιτικού Συμβουλίου από το συνέδριο που προβάλλεται ως η σωτήρια ιδέα θα προσθέσει ανελαστικότητα, θα γίνει πηγή δυαδικής εξουσίας και νέων κρίσεων, θα ενισχύσει τις φθίνουσες βαρονίες και θα κάνει αδύνατη την ανύπαρκτη σήμερα λογοδοσία του οργάνου. Άλλο θέμα είναι αν θα επιστρέψουμε ή όχι συνολικά σ’ ένα κλασσικό αλλά λειτουργικό σχήμα κομματικής δομής και θα κάνουμε πίσω από την άμεση επιλογή Προέδρου έντρομοι από την περιπέτεια που ζούμε. Δεν χρειάζονται τώρα σπασμωδικές αποφάσεις.

  • Η τυχόν επιλογή νέου Γραμματέα θα είναι ένα κρίσιμο τεστ. Αν επιχειρηθεί, ο νέος πρέπει να υπερέχει από τον προηγούμενο με τις αδιαμφισβήτητες αρετές του, μόνο στην ταχύτητα και στα guts για αυστηρό έλεγχο εφαρμογής των αποφάσεων χωρίς να σηκώνει ψηλά τα χέρια μπροστά στα βέτο και τα ταμπού της βαρονίας και βέβαια να διαθέτει το οργανωτικό ταλέντο που απαιτεί η ανασυγκρότηση των οργανώσεων του κόμματος.

No way back, Πρόεδρε! Δεν υπάρχει οδός επιστροφής!

Ο Γιώργος Παπανδρέου έριξε το σύνθημα «επιστροφή στις ρίζες». Προφανώς είναι μία επίκληση – μεταφορά για την ανάγκη να ξαναβρούμε την αυθεντική λαϊκότητα του ΠΑΣΟΚ στις νέες συνθήκες. Αν «επιστρέψουμε» δεν θα βρούμε ούτε τις ρίζες, ούτε το έδαφος το οποίο σε μεγάλο βαθμό έχει μετακινηθεί. Ασφαλώς δεν είναι τα πάντα νέα στην κοινωνική και πολιτική ζωή και δεν πρέπει να πέφτουμε θύματα ενός ψυχαναγκαστικού μοντερνισμού, μίας κενόλογης δοξολογίας του νέου. Η νοσταλγία σ’ ένα βαθμό είναι χρήσιμη στην πολιτική, αντλείς δύναμη και έμπνευση από τις μεγάλες στιγμές του παρελθόντος σου, αλλά μπορεί να σε αποκοιμίσει, να μη δεις ότι είναι αδύνατο να εκπροσωπήσεις με τον παλαιό τρόπο τους παλιούς «πελάτες» και πολύ περισσότερο τους δυνάμει νέους πελάτες, να κλείσεις τα μάτια στις μετατοπίσεις των συνόρων και τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις που συντελούνται ανάμεσα στις τάξεις, τα στρώματα, τις ομάδες, τις παλιές και νέες συλλογικότητες, τις ανερχόμενες δυνάμεις του προσωπικού και της ατομικότητας. Ούτε εμείς μπορούμε με τον παλιό τρόπο να τους εκπροσωπήσουμε, ούτε αυτοί θέλουν με τον ίδιο τρόπο. Αυτή είναι η κρίση κοινωνικής εκπροσώπησης μέσα στην οποία περιδινίζεται το ΠΑΣΟΚ. Και πρέπει μέσα σ’ αυτή την κρίση να ανακαλύψουμε του συνδετικούς αρμούς – συμφέροντος, οράματος, κοινωνικής προοπτικής, ιδεών, προγραμμάτων, βιωμάτων, συναισθημάτων – για να σύρουμε με τα «πρώτα βαγόνια», τα δυναμικά ανερχόμενα μεσαία στρώματα, τα «τελευταία βαγόνια», τα πιο αδύναμα οικονομικά στρώματα που δυσκολεύονται στις νέες ταχύτητες τις εποχής. Για να αναδημιουργήσουμε μ’ ένα νέο τρόπο το κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ μιας νέας πλειοψηφικής κεντροαριστεράς.

Στροφή προς τ’ αριστερά;

Η συνθηματολογική έκκληση «στροφή προς τα αριστερά» δεν πρέπει να θυμίζει τις στιγμές πολιτικού βολονταρισμού της άλλοτε επαναστατικής αριστεράς. Μπορεί μ’ ένα συνδυασμό κινήσεων «στροφή αριστερά» και «επιστροφή στις ρίζες» να βρεθούμε στην χώρα του τίποτα και του πουθενά και να αφήσουμε ακάλυπτους χώρους για τους αντιπάλους μας προς τα κεντροδεξιά και τους ανταγωνιστές μας προς την παλιά αριστερά. Το «αριστερά» συχνά είναι το πλυντήριο και το άλλοθι μίας ενοχικής πολιτικής ελίτ και της προνομιούχας νομενκλατούρας της. Η νέα αριστερά με το άρωμα του 21ου αιώνα προς την οποία πρέπει να μετακινηθούμε δεν υπάρχει έτοιμη. Καλούμαστε να την αναδημιουργήσουμε.

Ο Γιώργος Παπανδρέου έκανε μία ευφυή κίνηση στον εσωκομματικό αγώνα για να πάρει τη νέα εντολή. Μπήκε από τα αριστερά με ριζοσπαστικό λόγο, αιφνιδίασε τους ανταγωνιστές, ξύπνησε τα αγωνιστικά αντανακλαστικά του κομματικού ακτιβισμού αλλά και του, υπνωτισμένου εδώ και χρόνια από τον κρατισμό, ιστορικού ρεύματος του ΠΑΣΟΚ. Η κίνησή του όμως για να πετύχει μία νέα νικηφόρα πλειοψηφία πρέπει όχι μόνο να αναδημιουργήσει τη δική μας Αριστερά αλλά και το δικό μας «Νέο Κέντρο», το δικό μας κεντρικό πεδίο για την ανασύνθεση μίας πλειοψηφικής κεντροαριστεράς με διαφορετικούς όρους από το ‘ 81 και το ’96. Η κίνηση Παπανδρέου πρέπει να ολοκληρωθεί σε δύο φάσεις, πριν και μετά την 11η Νοεμβρίου.

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΤΗ ΝΕΑ ΗΓΕΣΙΑ

Νέος καπιταλισμός – Νέα Αριστερά

Βρίσκεται σε εξέλιξη μια βαθιά μετάλλαξη του καπιταλισμού σε Νέο Καπιταλισμό στον οποίο υπερέχουν η χρηματοοικονομική σφαίρα πάνω στην παραγωγική, ο διαχειριστής κεφαλαίων – παραδοσιακός ή εναλλακτικός (hedge funds, private equity) πάνω στον μάνατζερ παραγωγής, το παγκοσμοιοποιημένο έναντι του εθνικού, το βραχυπρόθεσμο στην κίνηση των κεφαλαίων πάνω στο μακροπρόθεσμο, η οικονομία καινοτομίας πάνω στην παραδοσιακή, ενώ αναδύονται νέοι ισχυροί πόλοι ανάπτυξης κυρίως στην Ασία και εξαπλώνονται με ταχύτητα τα νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα και οι νέες μέθοδοι διασποράς χρηματοπιστωτικών κινδύνων. Ο Νέος Καπιταλισμός μεταβάλλει το πεδίο της αριστεράς και τα προγραμματικά και κυβερνητικά εργαλεία της παρέμβασής της, φέρνει στην επιφάνεια νέες προκλήσεις, δημιουργεί νέες ευκαιρίες για την αναπτυξιακή εκμετάλλευση κεφαλαίων, πέρα από την εθνική αποταμίευση, που σχηματίστηκαν σε μακρινές περιοχές του πλανήτη, νέες δυνατότητες για επενδύσεις των ασφαλιστικών κεφαλαίων αλλά και των κρατικών funds (όπως το Εθνικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης των Γενεών που προτείνει το ΠΑΣΟΚ) αλλά και νέους κινδύνους, νέες απαιτήσεις διαφάνειας, ρύθμισης και καθορισμού των ορίων. Το πρόβλημα για την Αριστερά δεν είναι να περιχαρακώνεται αμυντικά, να φαντασιώνεται επιστροφή σε υπερπροστατευτικά τείχη αλλά να ενσωματώσει τα «κέρδη παγκοσμιοποίησης» και τα «κέρδη αποτελεσματικότητας» στη δυναμική της παραγωγής νέου κοινωνικού πλούτου, στη διάχυση των ωφελειών στην κοινωνία, την αποζημίωση των χαμένων, την διαρκή εκπαίδευση των εργαζομένων για την αύξηση των ικανοτήτων τους και τη χρηματοδότηση ενός ανανεωμένου κοινωνικού κράτους. Ο Νέος Καπιταλισμός επιβάλλει ένα νέο ιστορικό σχέδιο για την Αριστερά στην Ελλάδα, την Ευρώπη, τον Κόσμο. Η άγνοια είναι ο χειρότερος σύμβουλος για το ΠΑΣΟΚ και την ευρύτερη αριστερά η οποία άλλωστε δεν κρύβει την αμηχανία της. Εκεί κυρίως οφείλονται μια σειρά λάθη της πολιτικής ηγεσίας μας και των ρυθμιστικών αρχών όπως στη διαχείριση της μέθης του Χρηματιστηρίου το ’99-2000. Εκεί οφείλεται η παράδοση του μοναδικού μη τραπεζικού θεσμού άντλησης κεφαλαίων, του ΕΧΑΕ, στις τράπεζες με πολύ χαμηλή τιμή οι οποίες λογικά έσπευσαν να μεταβιβάσουν το μερίδιό τους στις αγορές σε πολύ υψηλότερη τιμή διαψεύδοντας την «εμπιστοσύνη» του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησής μας. Εκεί και ο αδέξιος χειρισμός του θέματος της Εθνικής – Finnasbank όπου, παρά τις έντονες προειδοποιήσεις πολλών από μας, γλίστρησαν στελέχη μας σε μια άμετρη, καταστροφολογική πολύμηνη καμπάνια πέρα από τα εύλογα όρια της παρέμβασης ενός κόμματος στις αγορές , πέρα από τα κρίσιμα ερωτήματα που έπρεπε να θέσουμε για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας που αποτελεί δημόσιο αγαθό, τη διαχείριση των σχετικών κινδύνων και βέβαια τα συμφέροντα των μετόχων ειδικά των ασφαλιστικών ταμείων. Αν οι αγορές και το κοινό είχαν πάρει στα σοβαρά τις θέσεις μας αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην τιμή της μετοχής και θα στρέβλωνε τον ανταγωνισμό στον χρηματοπιστωτικό χώρο. Αυτά και άλλα όμως, λίγο-λίγο μειώνουν την αξιοπιστία του κόμματος ιδιαίτερα στα δυναμικά στρώματα της μεσαίας τάξης. Στο μέλλον πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι βολονταριστικές παρεμβάσεις στην αγορά δεν είναι ουδέτερες. Επίσης σ’ ένα συνδυασμό άγνοιας, πολιτικού τυχοδιωκτισμού και δόλου ορισμένων παραγόντων οφείλεται ο χειρισμός των «δομημένων ομολόγων» από την κυβέρνηση της ΝΔ.

Μετατόπιση ισορροπιών στο Ελληνικό μοντέλο Καπιταλισμού

Υπάρχουν πολλοί καπιταλισμοί. Στην Ελλάδα για μια σειρά ιστορικούς και διαρθρωτικούς λόγους αλλά και με ευθύνη των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας διαμορφώθηκε ένα ιδιόμορφο μίγμα κρατικού – ολιγαρχικού καπιταλισμού στηριγμένου σε προνομιακούς δεσμούς με την κρατική χρηματοδότηση, σε συνθήκες σχετικά μειωμένου ανταγωνισμού, ο οποίος περιορίζει ασφυκτικά το ζωτικό χώρο για ένα πιο ανταγωνιστικό, ανοιχτό καπιταλισμό στηριγμένο στην ανερχόμενη καινοτομική επιχειρηματικότητα ιδιαίτερα τη μικρή και μεσαία. Η κατανομή των πόρων στρεβλώθηκε με βάση τις προτεραιότητες του κρατικο-ολιγαρχικού συμπλέγματος με αποτέλεσμα την υποεπένδυση στο «ανθρώπινο κεφάλαιο», την υποχρηματοδότηση της Παιδείας, της έρευνας και της καινοτομίας και το μειωμένο ενδιαφέρον για την παραγωγικότητα της δημόσιας διοίκησης και τη μείωση της γραφειοκρατίας την οποία υπερβαίνουν με ευκολία ή διαφθείρουν οι ισχυρές ολιγαρχικές ομάδες ή αναγκάζονται να διαθέσουν ένα μικρό τμήμα της υπεραξίας για τη διατήρηση προσοδοθηρικών καταστάσεων, ελίτ και συμφερόντων μέσα κι έξω από το κράτος. Το μοντέλο αυτό, που βυθίζει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, καταφέρνει να επιβιώνει σε πείσμα των εξελίξεων, παρά το τυπικό άνοιγμα του ανταγωνισμού λόγω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αναπροσαρμόζεται και να εκμεταλλεύεται προς όφελος των ολιγαρχικών ομάδων την κινητικότητα των κεφαλαίων και τη μεγάλη παγκόσμια ρευστότητα. Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να υπερβεί σταδιακά παγιοποιημένες συμμαχίες, στις οποίες σ’ ένα βαθμό εμπλέκεται το πολιτικό σύστημα και τα ισχυρά ΜΜΕ, που συντηρούν αυτό το status quo στην οικονομία, να οικοδομήσει νέες κοινωνικές συμμαχίες ανάμεσα στα ανερχόμενα δυναμικά στρώματα και στον «πολυσθενή» κόσμο της εργασίας για να πετύχει σταδιακά τη μεταβολή των ισορροπιών στον ελληνικό καπιταλισμό, το σπάσιμο των κλειστών καταστάσεων, το άνοιγμα στον ανταγωνισμό και βέβαια τη θεμελίωση ενός Νέου Κοινωνικού Συμβολαίου. Διαφορετικά οι «ρήξεις» που αναφέρουμε θα είναι βερμπαλισμός άνευ ουσίας ή ακόμα χειρότερα ψευτοαριστερίστικος τυχοδιωκτισμός.

Μετασχηματισμός του δημόσιου τομέα και του κοινωνικού κράτους

Ο μετασχηματισμός του κράτους, η αύξηση της απόδοσης της δημόσιας δαπάνης, το πέρασμα σ’ ένα Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ με στάνταρντ ποιότητας, σύνδεση της χρηματοδότησης με τα τελικά αποτελέσματα, εισαγωγή του ανταγωνισμού και μιας sui generis «δημόσιας αγοράς» σε χώρους κοινωνικής ευθύνης, η νέα ισορροπία κέντρου – περιφέρειας και μια ριζική μεταβολή του κρατικού προϋπολογισμού είναι το στρατηγικό πεδίο για το νέο ΠΑΣΟΚ, για τη νέα Αριστερά. Εδώ το νέο ΠΑΣΟΚ για να ανταποκριθεί στην πρόκληση ενός τέτοιου μεγέθους μετασχηματισμού πρέπει να συγκεντρώσει ένα «ανθρώπινο κεφάλαιο» υψηλού επιπέδου, να οικοδομήσει τις αναγκαίες κοινωνικές συμμαχίες και να επεξεργαστεί μια έξυπνη στρατηγική και ταχτική των μεταρρυθμίσεων και των αλλαγών (βλέπε «Θηλυκό Πόκερ»). Η Δεξιά αντίθετα εγκαταλείπει τον δημόσιο τομέα, αφήνει το κοινωνικό κράτος σταδιακά να κάτσει σ’ ένα «δίχτυ ασφάλειας» τριτοκοσμικού χαρακτήρα, στο κατώτερο «εγγυημένο» επίπεδο πτωχοκομείου για τα πιο ανήμπορα παραπεταμένα στρώματα και τους μετανάστες. Ακατάλληλο και αδιάφορο όχι μόνο για τη μεσαία τάξη αλλά και για το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου της εργασίας ο οποίος θα στρέφεται αναγκαστικά στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στα μαιευτήρια θα επεκταθεί σταδιακά σ’ όλη τη δημόσια υγεία και παιδεία και αργά ή γρήγορα στην κοινωνική ασφάλιση η οποία θα περιοριστεί σε μια «εγγυημένη» κατώτερη κρατική προνοιακή σύνταξη. Προοίμιο η «Εθνική Σύνταξη» Καραμανλή.

Το ΠΑΣΟΚ, η ευρύτερη Αριστερά και τα κινήματα αν συνεχίζουν να στηρίζουν το status quo, το «να μην αλλάξει τίποτα», την αντιμεταρρύθμιση, μοιραία θα είναι συνένοχοι σ’ αυτή την αργή βύθιση του δημόσιου τομέα και του κοινωνικού κράτους. Μην ξεχνά ποτέ το κόμμα μας ότι παρά την επανάσταση του ΕΣΥ, η οποία έμεινε στη μέση, έφτασε επί των ημερών του η ιδιωτική δαπάνη υγείας σε ασύλληπτα για ευρωπαϊκό κράτος επίπεδα, ασύμβατα με τον λαϊκό σοσιαλιστικό του χαρακτήρα.


Ένα έξυπνο σύστημα «κοινωνικής κληρονομιάς»

Νέα Αριστερά δεν σημαίνει κρατισμός, κατάπνιξη των αγορών και των νέων πηγών παραγωγής κοινωνικού πλούτου, αντικίνητρα στην γνώση, την εργασία, την ασφάλιση, φραγμούς εισόδου στην αυτοδημιούργητη επιχειρηματικότητα, ισοπέδωση των διαφορών στο εισόδημα που βασίζονται στην υψηλότερη ειδίκευση, την παραγωγικότερη εργασία, το ταλέντο και την ανάληψη ευλόγων κινδύνων. Αντίθετα σημαίνει ένα νέο ιστορικό σχέδιο αναδιανομής του εισοδήματος και των ευκαιριών που αυξάνει με μετρήσιμο τρόπο τις ευκαιρίες, τις δυνατότητες, τις επιλογές και τα τελικά αποτελέσματα γι’ αυτούς πρώτα που δεν έχουν στο ξεκίνημά τους και στους βασικούς σταθμούς του βίου τους το στήριγμα σε μια σημαντική οικογενειακή «κληρονομιά» και «προίκα». Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να επεξεργαστεί ένα ευφυές, ολικό, απλό και ευέλικτο σύστημα «κοινωνικής κληρονομιάς» που στηρίζει τα άτομα και τις ομάδες ιδιαίτερα στους βασικούς σταθμούς της ζωής τους (γέννηση, σχολείο, είσοδος στο Πανεπιστήμιο και την αγορά εργασίας, πέρασμα στη σύνταξη). Είναι, όχι το αόρατο, αλλά το φιλικό, βοηθητικό χέρι της κοινωνίας που στηρίζει το άτομο να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του στη ζωή, τις σπουδές, τη δια βίου εκπαίδευση, την εργασία, την ασφάλιση, την επιχειρηματική του πρωτοβουλία. Το ΠΑΣΟΚ στο νέο Προγραμματικό του πλαίσιο έκανε τα πρώτα βήματα. Μπορούμε να τα ολοκληρώσουμε.

* * *

«Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα» για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, τα μέλη και τους φίλους του όποια επιλογή και να κάνουν στις 11 του Νοέμβρη.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

Δημιουργική αμφιβολία...

Η μέθοδος της δημιουργικής αμφιβολίας και του Ελληνικού σκεπτικισμού απέναντι στην εφήμερη «μαγεία» των πολιτικών προσώπων.

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Είτε έχετε αποφασίσει κριτικά ή άκριτα υπέρ του Γιώργου Παπανδρέου είτε υπέρ του Βαγγέλη Βενιζέλου ή του Κώστα Σκανδαλίδη ή δεν είστε ικανοποιημένοι με κανέναν χαλαρώστε για λίγο από τις επιθετικές στοιχήσεις και τις βεβαιότητες, αφεθείτε διανοητικά στη μέθοδο της δημιουργικής αμφιβολίας και της διαχείρισης της αβεβαιότητας, στο φιλοσοφικό ρεύμα του αρχαίου ελληνικού σκεπτικισμού του Πύρρωνα, του Καρνεάδη, του Αινησίδημου. Ο Καρνεάδης το 155 π.Χ. πήγε σαν απεσταλμένος της Αθήνας στη Ρώμη και έκανε δύο διαλέξεις, τη μια μέρα Υπέρ Δικαιοσύνης, την άλλη Κατά Δικαιοσύνης. Κι όμως αυτό το διανοητικό παιχνίδι ήταν ένα έξοχο μάθημα συγκριτικής ανάλυσης και πολιτικής διαλεκτικής που ενίσχυε την πνευματική ανεξαρτησία και ελεύθερη κρίση των ακροατών του Καρνεάδη. Φανταστείτε λοιπόν να έκανα δύο διαλέξεις Υπέρ Παπανδρέου, Κατά Παπανδρέου ή Υπέρ – Κατά Βενιζέλου. Δύο χιλιάδες χρόνια μετά είναι τόση η δίψα για απλοποιήσεις του τύπου άσπρο – μαύρο, ειδικά στα δελτία των οκτώ, που οι διαλέξεις του Καρνεάδη θα γελιοποιούνταν και θα παρουσιάζονταν σαν μνημεία καιροσκοπισμού.

Σ’ αυτήν τη διαλεκτική των αντιφάσεων και της δημιουργικής αμφιβολίας στη λήψη των αποφάσεων προσπαθώ να μυήσω πρώτα τον εαυτό μου και γι’ αυτό αναφέρθηκα προφανώς μεταφορικά στον «κανόνα του 70%». Δηλαδή ένα σχετικά υψηλό ποσοστό πληροφόρησης και βεβαιότητας ότι ένας εκ των υποψηφίων θα υλοποιήσει αποτελεσματικά το ανανεωτικό και νικηφόρο σενάριο για το ΠΑΣΟΚ που περιγράφω με τα «έξι σημεία».

Εδώ φίλοι μου η «εξίσωση» δεν είναι γραμμική, έχει «γνωστούς αγνώστους» και «αγνώστους αγνώστους» και υψηλό βαθμό απροσδιοριστίας. Κάθε ηγετικό πρόσωπο εδώ δεν παρουσιάζεται γυμνό όπως το ίδιο είναι αλλά σαν ένα μωσαϊκό άλλων προσώπων, ομάδων, καταστάσεων, εξαρτήσεων, συμπύκνωσης συσχετισμών. Πρέπει να κάνουμε συγκεκριμένη ανάλυση συγκεκριμένων καταστάσεων. Όχι απλώς ποιος μας αρέσει αυθόρμητα. Μπορείτε με βεβαιότητα να υπολογίσετε πού θα είναι το ΠΑΣΟΚ δύο χρόνια μετά αν εκλεγεί ο ένας ή ο άλλος; Δεν είναι εύκολο. Μπορείτε να αγνοήσετε ανεξάρτητα από τη δική σας επιθυμία ποιος συσπειρώνει και γιατί τον κεντρικό κορμό του ιστορικού ρεύματος του ΠΑΣΟΚ; Η «μαγεία» του ενός ή του άλλου δε φαντάζεστε πόσο εύκολα μπορεί να διαλυθεί και τι αντιστροφή καταστάσεων, νοημάτων και προσώπων μπορεί να γνωρίσουμε. Το «καλό» μπορεί να γίνει «κακό» και το «κακό», «καλό». Αυτός είναι και ο φαουστικός χαρακτήρας του δαίμονα της πολιτικής.

Δέστε πόσο εύκολα διαλύθηκε η αρχική «μαγεία» της Σεγκολέν και πρόσφατα και αιφνίδια του Σαρκό και του Γκόρντον Μπράουν. Ειδικά για τους δυο τελευταίους δεν είχα υπολογίσει την ταχύτητα της απο- μάγευσής τους. Θυμηθείτε τι μαγεία άσκησε το 2004 ο Γιώργος Παπανδρέου που προβλήθηκε σαν μεσσίας με τον πολύ πιο εκκωφαντικό τρόπο που ορισμένοι σήμερα προβάλλουν σαν σωτήρα τον σύντροφο Βαγγέλη. Αφήνω τον Σαμαρά και τον Αβραμόπουλο και φέρνω παράδειγμα τον εαυτό μου. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 έβγαινα στις δημοσκοπήσεις με ασύλληπτα ποσοστά δημοφιλίας (το «τρομερό παιδί της αριστεράς») κι όμως διαγράφηκα, εξοστρακίστηκα και βρέθηκα εκτός πολιτικής σκηνής πάνω από δεκατρία χρόνια. Και τώρα είμαι εντός – εκτός. Βέβαια βρέθηκα στη δίνη μιας ιστορικής και παγκόσμιας κρίσης της κομμουνιστικής αριστεράς. Θυμηθείτε ακόμα και τη λάμψη της Μαρίας στην αριστερά.

Είναι αστείο και μόνο να φαντάζεστε ότι θα μπορούσα μετά τα 50 και μάλιστα με την ιστορία μου να μαγευτώ ξαφνικά και να στοιχηθώ φανατικά με τον Γιώργο ή τον Βαγγέλη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι στις 12 του Νοέμβρη με την ίδια αυτόνομη, κριτική και ενωτική στάση θα στηρίξω χωρίς ταλάντευση τον Νέο Πρόεδρο, όποιος κι αν είναι, στην πορεία για την επανίδρυση και τη νίκη του ΠΑΣΟΚ. Αυτή τη στιγμή σας ακούω, σας μελετώ, μαθαίνω από σας και δεν έχω την αυταπάτη ότι τα ξέρω όλα. Αφού διατυπώσω την τελική μου πρόκληση προς τον Γιώργο Παπανδρέου θα σας πω την τελική επιλογή μου συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα κι όχι τις δημοσκοπήσεις όπως μας απαξιώνουν τα ΜΜΕ των ισχυρών συμφερόντων. Είναι πολύ αργά για να τρελαίνομαι με τα κομματικά αξιώματα, δεν περιμένω τίποτα προσωπικό, δεν ενθουσιάζομαι με κανέναν, δεν είναι κανείς μιντιοκράτης σε θέση να με πιέσει για να εκβιάσει τη στάση μου, αγωνίζομαι να επιβάλουμε την ανανέωση των κομματικών οργάνων με ανθρώπους νεότερων γενεών και αγωνιώ για την αναγέννηση και νικηφόρα προοπτική της σοσιαλιστικής Αριστεράς. Απέδειξα ότι μπορώ να είμαι δημιουργικός και εκτός της τρέχουσας πολιτικής και δεν θα διστάσω να το ξανακάνω αν χρειαστεί να δώσω ένα ηχηρό μήνυμα στην λαγνεία για τα κούφια αξιώματα.

Ο σκεπτικιστής συμπατριώτης μου ο Αινησίδημος ο Κνώσιος πριν 2100 χρόνια έγραφε: «Τίποτα δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε απόλυτα ούτε την άγνοιά μας. Ας διατηρήσουμε λοιπόν την αταραξία μας»

Φαίνεται λίγο δύσκολο αλλά ας το προσπαθήσουμε.

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

«Το εκκρεμές Ανδρουλάκη»: ένα απαξιωτικό οκτάστηλο των ΝΕΩΝ με λάθος αποδέκτη.

Φίλε lucidas δεν φοβήθηκα να τα βάλω με «ΤΑ ΝΕΑ». Δε σέρνω όμως τη ζώνη μου για καυγά. Ας προσπαθήσουμε όσο μπορούμε να αποφύγουμε την κολλητική αρρώστια που επεκτείνεται στο χώρο μας «όλοι εναντίων όλων», που έχει φθείρει πρόσωπα και πράγματα και δημιουργεί χάσμα και κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην πλειοψηφία των μελών και φίλων του ΠΑΣΟΚ και τα ισχυρά εκδοτικά συγκροτήματα που καλύπτουν τον πολιτικό μας χώρο.

Οι τέσσερις ατυχίες των ΝΕΩΝ

Τα «ΝΕΑ» ατύχησαν τετραπλά στο απαξιωτικό οκτάστηλό τους για μένα στον Μικροπολιτικό με τίτλο «το εκκρεμές Ανδρουλάκη». Υποτίθεται ότι κινήθηκα πέρα -δώθε μεταξύ ΚΚΕ και ΠΑΣΟΚ και συνεπώς τα ίδια θα κάνω και μεταξύ Παπανδρέου και Βενιζέλου.

Πρώτο, πριν δεκαεπτά χρόνια καθαιρέθηκα από το Π.Γ. και την Κ.Ε. του ΚΚΕ και στη συνέχεια διαγράφηκα με κύριο κατηγορητήριο οκτάστηλο πρωτοσέλιδο των
«ΝΕΩΝ»με την υπογραφή του Παντελή Καψή, σημερινού διευθυντή, για την γνωστή επιστολή μου προς τον Χαρίλαο Φλωράκη στην οποία συνιστούσα την ανακοπή της πορείας προς την απαράδεκτη δίκη του Ανδρέα και την υπέρβαση από την ιστορική αριστερά των αρνητικών συνεπειών του '89. Το υπόλοιπο κατηγορητήριο της διαγραφής μου, κατά μία δαιμονική σύμπτωση, αναφέρεται σε μία σειρά άρθρων μου στα «ΝΕΑ» με θέμα «Ο νέος αστερισμός της κεντροαριστεράς» στην οποία ανέλυα τη νέα πολιτική και προγραμματική σύγκλιση ΠΑΣΟΚ και αριστεράς.

Δεύτερο, οι αναγνώστες των «ΝΕΩΝ» μπορεί να μην είχαν την ευκαιρία να διαβάσουν ούτε λέξη από τις σκέψεις μου για το θέμα της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, αλλά αρκετοί με ακούν στο ραδιόφωνο ή μπαίνουν μαζικά στην ιστοσελίδα μου, οπότε γνωρίζουν day to day, όπως λέμε στην Κρήτη, το περιεχόμενο της αυτόνομη, κριτικής και ενωτικής μου παρέμβασης. Συνεπώς το προσβλητικό «πέρα – δώθε» δεν πιάνει και εκθέτει την εφημερίδα.


Τρίτο, ατύχησαν «ΤΑ ΝΕΑ» με το απαράδεκτο αινιγματικό τους «είδε το Γιώργο» λες και υπήρχε κάποιο σκοτεινό μυστικό αν ένας βουλευτής του ΠΑΣΟΚ είχε συναντηθεί με τον Πρόεδρό του. Το «είδε τον Γιώργο» μπήκε περίπου σαν να «είδε τον Νταβέλη» όπως επεσήμανα με σχετικό email μου στον διευθυντή των
«ΝΕΩΝ». Στην περίπτωση αυτή όμως έπεσαν τελείως έξω αφού πράγματι είδα τον Πρόεδρο στα πλαίσια όμως κομματικής, κοινοβουλευτικής συζήτησης που αφορούσε στην προετοιμασία μας για τον προϋπολογισμό.

Τέταρτο,
νομίζω ότι ανάλογα προσβλητικά σχόλια του Μικροπολιτικού απαξιώνουν εκατοντάδες χιλιάδες επώνυμους και ανώνυμους που βρέθηκαν από το χώρο της ιστορικής αριστεράς στο ΠΑΣΟΚ για να συμβάλλουν σε μία σύγχρονη, πλειοψηφική σοσιαλιστική αριστερά.

η πεθερά και η νύφη

Το περιφρονητικό σχόλιο των «ΝΕΩΝ» πάντως δεν έχει εμένα πραγματικό αποδέκτη. Τα λένε στην πεθερά για να τα ακούει η νύφη. Ο Μικροπολιτικός των «ΝΕΩΝ» ξέρει ότι δεν έχει καμία ελπίδα να επηρεάσει την όποια τελική επιλογή μου. Σπεύδει βέβαια προκαταβολικά να την απαξιώσει για να μειώσει την επίδρασή της δίχως να υποψιάζεται ποια θα είναι. Στην πραγματικότητα απευθύνει προειδοποίηση σε άλλα επώνυμα στελέχη που έχουν κακώς χαρακτηριστεί αναποφάσιστα. Ξέρει, έτσι κι αλλιώς, ότι εγώ δεν έχω ούτε να κερδίσω τίποτα ούτε να χάσω από τα σχόλιά του. Το απέδειξα με το γεγονός ότι με τίμησε η Β΄ Αθηνών δίχως καμία προεκλογική συνέντευξη στα «ΝΕΑ». Στο ΠΑΣΟΚ είναι γνωστό ότι υπάρχουν οι εκλεκτοί και οι υπερπροστατευμένοι από τον τύπο της παράταξης και οι παρίες τους οποίους με περισσή ευκολία απαξιώνουν στην πρώτη ευκαιρία.

Οι «ψεύτικοι φίλοι» του Βαγγέλη

Πράγματι το σχόλιο των «ΝΕΩΝ», όπως λες φίλε, ήρθε σαν τιμωρία μου για την συντροφική και φιλική ανάλυση ορισμένων σφαλμάτων της κίνησης Βενιζέλου. Αναρωτιέμαι βέβαια πώς θα σχολιαστεί ανάλογο κείμενό μου για τα προβλήματα της προεδρίας Παπανδρέου. Προς θεού όμως, μην αξιολογείτε τον Βαγγέλη Βενιζέλο από τον υπερβάλλοντα ζήλο ορισμένων εκδοτικών κύκλων που υποτίθεται ότι τον στηρίζουν σήμερα. Αν τυχόν χάσει την εκλογή ο Βαγγέλης ένα σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρουν οι «ψεύτικοι φίλοι» του. Προσωπικά ξέρω ένα μεγάλο αριθμό στελεχών, μελών και φίλων του ΠΑΣΟΚ που υπολόγισαν καταρχήν θετικά την υποψηφιότητά του αλλά αντέδρασαν με αρνητικά αντανακλαστικά στην επιχειρούμενη ωμή χειραγώγησή τους. Κάνουν άλλες επιλογές ή μένουν αναποφάσιστοι μόνο και μόνο για να υπερασπίσουν την αξιοπρέπεια και πολιτική αυτονομία του χώρου. Είναι οι ίδιοι «ψεύτικοι φίλοι» που λοιδορούσαν πριν μερικά χρόνια τον Βαγγέλη για τον «βασικό μέτοχο», ανεξάρτητα από τα όποια προβλήματα αυτού του νόμου. Έχω πει πολλές φορές δημόσια ότι ο Βαγγέλης Βενιζέλος έχει τόση αυτάρκεια, αίσθηση διανοητικής υπεροχής, αλαζονεία, εύλογη φιλοδοξία και κτηνώδη αυτοπεποίθηση που δεν πρόκειται να γίνει υπηρέτης των συμφερόντων που σπεύδουν να υιοθετήσουν προς ζημία του την υποψηφιότητά του. Δεν είναι γενετικά υιοθετήσιμος, έχω υπογραμμίσει. Νωρίτερα από όσο πιστεύουμε θα έρθει η κρίση των σχέσεών του μ' αυτούς που φαντασιώνονται ότι ποδηγετούν τις εξελίξεις και έχουν το ΠΑΣΟΚ στην «τσέπη» τους.

Το εκκρεμές θα κινηθεί ακόμη μία φορά αλλά δεν θα είναι του Ανδρουλάκη!

Το αυστηρό μου αυτό σχόλιο προς τα «ΝΕΑ» δεν μεταβάλει την εκτίμησή μου προς την τεράστια ενημερωτική, μορφωτική και πολιτιστική συμβολή τους και βέβαια προς τους συντάκτες του. Μάλιστα αν ήταν να ξεκινήσω μία τολμηρή στήλη νέων ιδεών για τη σοσιαλιστική αριστερά στον 21ο αιώνα θα είχα τα «ΝΕΑ» ως πρώτη επιλογή μου. Δεν νομίζω όμως πως όταν κάποιοι ισχυροί «φτύνουν» ένα βουλευτή του Ελληνικού κοινοβουλίου αυτός πρέπει να λέει ότι βρέχει. Ένας καλός και ανοιχτός καυγάς είναι προτιμότερος από τις βυζαντινές συναλλαγές για να υπάρξει ειλικρινής συνεργασία.

(τα παραπάνω με αφορμή και ένα σχόλιο του lucidas στο προηγούμενο post)

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2007

Στοιχειώδη ‘μαθήματα πολιτικής’ με αφορμή τα εκατοντάδες σχόλιά σας για την κίνηση Βενιζέλου

Έχει πράγματι ανακοπεί η δυναμική της κίνησης Βενιζέλου, όπως ισχυρίζεστε πολλοί στα σχόλιά σας; Μπορούμε να αντλήσουμε ‘μαθήματα πολιτικής’ ενώ τα γεγονότα βρίσκονται σε εξέλιξη και η εκλογή παραμένει ανοιχτή; Πόσο αδικούν ή κολακεύουν τον Βαγγέλη οι παρατηρήσεις σας; Σ’ αυτά τα ερωτήματά σας που επανέρχονται προσωπικά σε μένα με άπειρες μορφές θα επιχειρήσω να δώσω μερικές απαντήσεις. Η σιωπή μου θα ήταν πολιτικός οπορτουνισμός. Προσωπικά, ο Βαγγέλης μου είναι οικεία και αγαπητή φυσιογνωμία, δεν με φοβίζει καθόλου ο πληθωρισμός του – ‘όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω’ – και βέβαια έχω κατασταλάξει στο ποια είναι τα αδιαμφισβήτητα προσόντα του και πως μπορεί αυτά να πραγματωθούν και πως μερικά ελαττώματά του είναι δυνατόν, υπό προϋποθέσεις, να μετουσιωθούν σε πλεονεκτήματα για το κίνημα του ΠΑΣΟΚ και ευρύτερα της κεντροαριστεράς. Εδώ και κάμποσα χρόνια ο Βενιζέλος έχει κατακτήσει με το σπαθί του μια ξεχωριστή θέση στο ΠΑΣΟΚ που θα μπορούσε να περιγραφεί με τον τίτλο ‘Βαγγέλης, ο αναπόφευκτος’. Έτσι κι αλλιώς αποτελεί ένα κεφάλαιο για το κόμμα ανεξάρτητα από την έκβαση της 11ης Νοεμβρίου. Ξεκινώ λοιπόν με όρεξη τα σχόλιά μου αφού ο Βαγγέλης Βενιζέλος αποτελεί γοητευτικό στόχο για κάθε αναλυτή. Η ανοιχτή και φιλική συζήτηση μπορεί να συμβάλει σ' αυτό που είναι επείγον: η κάθαρσις με την αρχαιοελληνική έννοια η οποία θα αποβάλει τις τοξίνες που έχουν συσσωρευτεί στο σώμα του κόμματος εδώ και χρόνια.

εν αρχή ην το timing

Πρώτο, το παν στην πολιτική είναι ο χρόνος, το timing. Την πρώτη μέρα μετά τις εκλογές υπενθύμισα στην TV συμβολικά την ιστορική φράση του Λένιν «στις 24 είναι πολύ - πολύ νωρίς, στις 26 πολύ – πολύ αργά». Ίσως ειπωθεί μια μέρα για την κίνηση Βενιζέλου ότι εκείνη τη μεγάλη, πονεμένη νύχτα, ήταν πολύ – πολύ νωρίς. Ένα εικοσιτετράωρο στην πολιτική μπορεί να είναι πολύ μεγάλος χρόνος. Τα δύο μπορεί να ισοδυναμούν με τα υπόλοιπα πενήντα τρία μέχρι την 11η Νοεμβρίου. Η εκτίμησή μου ήταν, εκείνη τη στιγμή, ότι στα δύο πρώτα εικοσιτετράωρα η κίνηση Βενιζέλου είχε χάσει, στο μεγαλύτερό του μέρος, τον κεντρικό κορμό του ιστορικού ρεύματος του ΠΑΣΟΚ. Προσέξτε όχι του κομματικού μηχανισμού όπως λέγεται αλλά του ιστορικού ρεύματος με τα ιδιαίτερα ιδεολογικά, ψυχολογικά, βιωματικά, φαντασιακά χαρακτηριστικά. Αυτό στη δική μου αξιολόγηση είναι καταλυτικό για την εξέλιξη του εγχειρήματος σε σχέση με την ακαθόριστη και μεταβαλλόμενη κοινή γνώμη που κατέγραφαν τα γκάλοπ. Θα παρέμενε επίσης καταλυτικό για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ ακόμα κι αν ο Βαγγέλης κέρδιζε τελικά την εκλογή. Στις 17/9 έλεγα χαρακτηριστικά σε μια σειρά εκπομπές ότι οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι με τα υλικά της αναμονής, κι αν ο Βαγγέλης είχε ασκηθεί στη ‘διαλεκτική της αναμονής’, τότε αντί για το ξακουστό ‘Περιμένοντας τον Γκοντό’ του Μπέκετ θα ζούσαμε ενδεχομένως το ‘Περιμένοντας τον Χονδρό’. Υπενθύμισα επίσης και την αντίθετη συμβουλή, του Μακιαβέλι: η τύχη είναι γυναίκα που γουστάρει τους νέους, τους τολμηρούς, αυτούς που την αψηφούν, την περιφρονούν, την καβαλούν. Ναι, αλλά o φλωρεντινός συμβουλάτορας δεν θα σύστηνε αυτή τη στάση για μια ‘χήρα’ την πρώτη νύχτα του πένθους. Θα άφηνε να εξελιχθεί το πένθος σε δυσαρέσκεια και στη συνέχεια η δυσαρέσκεια σε αναζήτηση νέων καταστάσεων. Κι αν κερδίσει ο Βενιζέλος τότε θα πουν όλοι ότι η κίνησή του ήταν τολμηρή και δικαιωμένη; Ναι, αλλά το τραύμα της πρώτης νύχτας ίσως θα την μετέτρεπε σε πύρρειο νίκη.

το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται κάτι παραπάνω από αλλαγή αρχηγού

Δεύτερο, το θεμελιώδες σφάλμα της κίνησης Βενιζέλου, με βαθιές ρίζες, είναι πως αγνόησε, ειδικά τις πρώτες καθοριστικές μέρες, ότι το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται κάτι παραπάνω από μια αλλαγή αρχηγού. Το προϊόν είναι καλό, το μόνο που χρειάζεται είναι να αλλάξουμε τον πωλητή. Το κρασί είναι καλό, να αλλάξουμε το μπουκάλι. Υποτίμησε το βάθος της κρίσης του ΠΑΣΟΚ και του πολιτικού συστήματος γενικότερα που είναι ιδεολογική, προγραμματική, ηθική, οργανωτική, διαπροσωπική και βέβαια κρίση κοινωνικής εκπροσώπησης. Έπαιξε αποκλειστικά στο ‘ικανός, ανίκανος’ ενώ η κομματική βάση διαισθανόταν ότι το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ είναι βαθύτερο.

Τρίτο, αγνοήθηκε ότι το ΠΑΣΟΚ, παρά τα εκφυλιστικά φαινόμενα, παρά ‘το μπλοκαρισμένο κόμμα αξιωματούχων’ όπως αναφέρει ο Λαλιώτης, δεν είναι απλώς ένα ‘κόμμα – εκλογικός μηχανισμός’. Παρά την κουλτούρα υπουργών δίχως υπουργεία, αξιωματούχων δίχως αξιώματα, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει εξελιχθεί οριστικά σε ‘κόμμα – παραγόντων’, σε ‘κόμμα βαρόνων’. Διατηρεί ισχυρές αναμνήσεις και επιθυμίες μαζικού αριστερού κόμματος δεμένου με την κοινωνία, με ιδεολογικά και ιστορικά φορτία. Συνεπώς ένα άλλο θεμελιώδες σφάλμα της κίνησης Βενιζέλου είναι ότι έπαιξε αποκλειστικά και μονοδιάστατα στο απομονωμένο ερώτημα «ποιος κερδίζει εκλογές;». Σε μια στιγμή μάλιστα που οι εκλογές δεν βρίσκονται στον ορίζοντα, παρά τα παρηγορητικά και θρυλούμενα. Αλλά και ο τελευταίος υποψιασμένος οπαδός της παράταξης καταλαβαίνει ότι κανείς ηγέτης ακόμα κι αν είναι ο πλέον χαρισματικός, ο νέος Ανδρέας, δεν κερδίζει εκλογές αν δεν εξασφαλίσει την ιδεολογική και ηθική υπεροχή που θα φέρει η ριζική ανασυγκρότηση και ανανέωση του κόμματος, αν δεν ενώνει τη βάση του, αν…αν… Θα θυμάστε ότι πρώτος έθεσα το κριτήριο της ‘εκλεξιμότητας’ στην επιλογή της ηγεσίας αλλά ήταν μόνο το μισό από τα ‘έξι’ αλληλοεξαρτώμενα κεντρικά προβλήματα που έφερε στην ημερήσια διάταξη η ήττα. Το ενδεχόμενο πλεονέκτημα ‘εκλεξιμότητας’ δεν πρόκειται να πραγματωθεί αν δεν εκπληρωθούν ορισμένες τουλάχιστον ώριμες βαθιές αλλαγές στο κόμμα. Τόνιζα, χαρακτηριστικά, από την πρώτη μέρα ότι ακόμα και μια φοβερή επικοινωνιακή μηχανή όπως ο Βαγγέλης θα δει τις ρόδες της να γυρίζουν στον αέρα αν δεν αντιστοιχίζεται με κοινωνικές δυνάμεις, αν δεν πατά γερά στο ιστορικό ρεύμα του ΠΑΣΟΚ, αν δεν εμπνέει ηθικά και ιδεολογικά, αν…αν… Αντίθετα δεν θα πάει πολύ μακριά αν κυρίως εκφράζει τις φαντασιώσεις για γρήγορη επιστροφή στην εξουσία μιας ‘νομενκλατούρας σε αναμονή’. Αντίθετα πιστεύω ότι μέσα απ’ αυτήν την κίνηση σημαντικές δημιουργικές δυνάμεις του κόμματος και της νεολαίας διεκδικούν μια ποιοτική μεταβολή στον πολιτικό χώρο μας. Στο ΠΑΣΟΚ έχει διαμορφωθεί μια ‘τυχερή γενιά’ στελεχών που αναπτύχθηκε πολιτικά μέσα στην εξουσία, σε συνθήκες προχωρημένης κρατικοποίησης του κόμματος, έχει πέσει στην παγίδα της εύκολης και συνεχούς επιτυχίας και δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τη διαφορετική φύση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει στις νέες συνθήκες το κόμμα. Εννοείται βέβαια ότι αυτή η ‘τυχερή γενιά’ δεν βρίσκεται μόνο στην πλευρά Βενιζέλου αλλά ισοκατανέμεται σ’ όλες τις πλευρές.

η άλφα – βήτα της πολιτικής και η συναισθηματική νοημοσύνη

Τέταρτο, επινοήθηκε η ανυπόστατη πολιτικά διάκριση μεταξύ λογικής και συναισθήματος , όπου η πρώτη χαρακτηρίζει τη στήριξη Βενιζέλου και το δεύτερο την επιλογή Παπανδρέου. Αλλά η άλφα - βήτα της πολιτικής διδάσκει ότι οι άνθρωποι επιλέγουν με την καρδιά και το μυαλό, ότι παίρνουν αποφάσεις πολιτικές, ειδικά εκλογικές, με ένα δυναμικό σύμπλεγμα κρίσεων, αισθημάτων, προσδοκιών, ελπίδων, φόβων, φαντασιώσεων, βιωμάτων. Δεν τοποθετούνται ως υπολογιστικές μηχανές, όχι μόνο στην πολιτική, αλλά ούτε στις αγορές και την οικονομία. Έχω πει και έχω γράψει εκατοντάδες φορές, ιδιαίτερα από το ’90, ότι κανένας νέος ηγέτης, κανένα νέο πολιτικό εγχείρημα, κανένας εκσυγχρονισμός, ιδεολογικός ή προγραμματικός, δεν μπορεί να πετύχει αν δεν γειωθεί, δεν μεταβολιστεί, δεν μετουσιωθεί στο ιστορικό, φαντασιακό, συναισθηματικό, βιωματικό υπόβαθρο της ψυχής του λαού ή των οπαδών ενός κόμματος. Δηλαδή, πρέπει να αγγίξεις και να ανασχηματίσεις αυτό το υπόβαθρο, διαφορετικά μένεις ξεκρέμαστος ή ημιτελής στο εγχείρημά σου. Αυτός άλλωστε ήταν ένας από τους σοβαρούς περιορισμούς του εκσυγχρονισμού της περιόδου Σημίτη στην ανασύνθεση του κόμματος. Πριν από την πολιτική ή θεσμική μεταρρύθμιση χρειάζεται η ηθικο – διανοητική και συναισθηματική ‘μεταρρύθμιση’ του συλλογικού κοινού νου. Το μέλος και ο φίλος του ΠΑΣΟΚ θέλει όχι μόνο να ‘γνωρίζεις’ αλλά και να ‘αισθάνεσαι’, να μοιράζεσαι, να νοιάζεσαι, να συμπάσχεις, να βιώνεις την ήττα σαν να ήταν προσωπικά δική σου κι όχι μόνο του άλλου. Η αίσθηση της ‘κοινής μοίρας’ και της συμπόνοιας είναι θεμελιακή σ’ ένα κομματικό σχηματισμό με τα χαρακτηριστικά του ΠΑΣΟΚ. Βασική συνιστώσα της πολιτικής ευφυΐας είναι η συναισθηματική ευφυΐα κι όχι μόνο η ικανότητα ανάλυσης, επικοινωνίας, επιλογής, ευλυγισίας κ.α. Ο κόσμος που μας βλέπει στην TV μπορεί ασύνειδα να διακρίνει αν ο τόνος της φωνής μας, το βλέμμα μας, η ψυχική μας διάθεση ταιριάζουν ή όχι με τα λόγια μας. Το κριτήριο της ‘εκλεξιμότητας’ σε συνθήκες πραγματικής εκλογικής μάχης κι όχι εικονικής, των γκάλοπ, δεν επιβεβαιώνεται αν δεν κατακτήσει ο ηγέτης ένα υψηλότερο βαθμό συναισθηματικής νοημοσύνης. Ένας ηγέτης της Αριστεράς πρέπει να κάνει τη μαθητεία του στον πόνο. Ανάλογα σφάλματα ελλιπούς συναισθηματικής νοημοσύνης διέπραξαν συχνά οι συγγραφείς των ομιλιών του Προέδρου το κρίσιμο εκλογικά 2007, ειδικά μ’ ένα μονότονο καταγγελτικό λόγο ασύμβατο με το χαρακτήρα του Γιώργου Παπανδρέου.

αλλαγή ή άρωμα παλινόρθωσης;

Πέμπτο, η κίνηση Βενιζέλου είναι ο κύριος αποδέκτης της εύλογης και ετερόκλητης δυσαρέσκειας προς τον Γιώργο Παπανδρέου, αλλά ταυτόχρονα μπορεί αυτή να έχει ένα μη προβλέψιμο διπλό κόστος και τελικά να βγαίνει μείον. Το κόστος από την ανασφάλεια που προκαλεί πάντα η ενδεχόμενη αλλαγή ηγεσίας, και μάλιστα με την ιδιαιτερότητα Βενιζέλου, συν το κόστος από ένα ‘άρωμα παλινόρθωσης’ που είχε τις πρώτες κρίσιμες μέρες η κίνησή του. Φάνηκε έτσι σαν ομπρέλα για κάθε πικραμένο ιδιαίτερα με την παρέλαση μια σειράς «αμφιλεγόμενων» προσώπων, όπως ο ίδιος ο Βαγγέλης τα χαρακτήρισε. Το μήνυμα Βενιζέλου - «εγώ κερδίζω εκλογές», «επιστροφή με μένα στην εξουσία» - στη συνείδηση μεγάλου μέρους της κομματικής βάσης αυθόρμητα αλλοιώθηκε και ακούστηκε κυνικά ‘με μένα μόνο θα συνεχιστεί το πάρτυ’. Αυτή η κυνική παρερμηνεία είναι καταστροφική για τις προοπτικές του ΠΑΣΟΚ μέσα στη γενικευμένη αντιπολιτική ατμόσφαιρα που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία. Την πρώτη μέρα κιόλας μετά τις εκλογές επανέλαβα στον Βαγγέλη τη μόνιμη έκκλησή μου προς τον Γιώργο τα τελευταία τριάμισι χρόνια: «Πρόσεξε το κάδρο!». Και συμπλήρωνα με τις συμβουλές του Μακιαβέλι στο νέο ηγέτη: «Ξέχνα τις παλιές εξαρτήσεις, προχώρα ελεύθερος, ‘μόνος’ στη δημιουργία μιας νέας κατάστασης». Όχι στην αναβίωση της παλιάς. «Ριζική ανανέωση ή ανακύκλωση παλαιών φθαρμένων υλικών;» είναι το πραγματικό δίλημμα στο ΠΑΣΟΚ. Κανένας όμως ηγέτης στο ΠΑΣΟΚ ακόμα κι αν θα είχε ισοδύναμα χαρίσματα με τον Ανδρέα δεν μπορεί να πάει μακριά αν εκπροσωπεί το ίδιο ή παραλλαγμένο status quo, την ίδια ‘παλαιά τάξη πραγμάτων’ στο κόμμα. Αυτό τελικά πλήρωσε κι ο Γιώργος. Αυτή η ‘παλαιά τάξη πραγμάτων’ ηττήθηκε στρατηγικά στις 16 Σεπτεμβρίου κι όχι μόνο ο Πρόεδρός του ΠΑΣΟΚ.

η ‘μετατόπιση παραδείγματος’ στην σοσιαλιστική αριστερά

Έκτο, αγνοήθηκε ότι κανείς νέος ηγέτης δεν μπορεί να είναι πειστικός φορέας ενός ανανεωτικού σχεδίου αν δεν στηριχτεί σ’ ένα βαθύ και δημιουργικό αναθεωρητισμό της πρόσφατης κυβερνητικής και κομματικής εμπειρίας. Οι συμμαχίες όμως που επελέγησαν στην κίνηση Βενιζέλου ή επιβλήθηκαν από τα πράγματα ακυρώνουν αυτόν τον αναθεωρητισμό ή έστω περιορίζουν την εμβέλειά του. Υποτιμήθηκε η ανάγκη επανίδρυσης του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή μιας ριζικής ανασυγκρότησης – ιδεολογικής, προγραμματικής, κινηματικής, ηθικής, αισθητικής και οργανωτικής. Λίγο πολύ θα επαναλαμβάνονταν στο κόμμα το σενάριο του 2004 με άλλο αρχηγό έστω πιο επικοινωνιακό. Υποτιμήθηκε η ανάγκη ριζικής μετατόπισης του ‘σοσιαλδημοκρατικού παραδείγματος’ στην Ευρώπη και τον κόσμο στις συνθήκες του Νέου Καπιταλισμού, της παγκοσμιοποίησης, της ανάδυσης νέων πόλων δυναμικής ανάπτυξης κυρίως στην Ασία, των νέων ανισοτήτων, της οικολογικής απειλής, της δημογραφικής γήρανσης, της νέας αδικίας στις σχέσεις των φύλων και των γενεών, της αυτόνομης εμφάνισης του προσωπικού στις κοινωνικές σχέσεις και της νέας ισορροπίας ατομικού – συλλογικού. Την σκίασε η απλοποίηση ότι το μόνο σε τελευταία ανάλυση πρόβλημα είναι ο αρχηγός. Η ταυτόχρονη κρίση στα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα δείχνει τον δομικό της χαρακτήρα που αγγίζει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της σοσιαλδημοκρατικής ταυτότητας και απαιτεί μια νέα βαθύτερη αναθεώρηση του σχεδίου της Αριστεράς, της στρατηγικής και τακτικής της. Η ‘μετατόπιση παραδείγματος’ είναι πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα για το ΠΑΣΟΚ στο οποίο έκλεισε οριστικά ένας πολιτικός κύκλος και ταυτόχρονα έχει υποστεί τις παραμορφώσεις της κρατικοποίησής του και της τάσης του προς κόμμα – καρτέλ.

η ολέθρια υποτίμηση του ‘αντιπάλου’

Έβδομο, επαναλήφθηκε ακόμα μια φορά ένα λάθος που είναι ολέθριο στην πολιτική: η υποτίμηση του ‘αντιπάλου’. Τώρα αντί για το ‘κύριος Tίποτα’ είχαμε το ‘ανίκανος’, ‘ανεπαρκής’. Με τον ίδιο τρόπο στο ΠΑΣΟΚ με ασύλληπτη αυταρέσκεια και αλαζονεία υποτιμούσαν τον Καραμανλή. Επειδή μάλιστα πρόσφατα κατηγορήθηκε ο Παπανδρέου για ‘σταλινισμό’, πράγμα που προκαλεί μάλλον ειρωνικά χαμόγελα και του προσθέτει γενναιόδωρα υπερβολική δύναμη θέλησης και αποφασιστικότητα, θα ήθελα να κάνω μια επίσης ανιστόρητη αναλογία. Ο χαρισματικός και αλαζόνας Τρότσκι όχι μόνο έχασε από τον υποτιθέμενο μέτριο, οργανωτικό Στάλιν, αλλά σκηνοθέτησε ο ίδιος την αποτυχία του. Αυτό το φαινόμενο, δηλαδή ένας ηγέτης να σκηνοθετεί την αποτυχία του, το έχω αναλύσει στο ‘Ζητούνται Αλχημιστές’ και το υπενθύμισα στο ανοιχτό μου γράμμα στις 17/9 και στους δύο πρωταγωνιστές, τον Γιώργο και τον Βαγγέλη. Καμιά φορά μάλιστα πίσω από μια παθολογική βεβαιότητα και αυτοπεποίθηση μπορεί να βρίσκεται μια καλά κρυμμένη αμφιβολία εαυτού ή και ενοχή από την ενδεχόμενη επιτυχία. Παραγνωρίστηκε ότι ένα οικείο πρόσωπο μπορεί να γίνει πιο αγαπητό όταν αποκτά μια ουλή, ένα τραύμα, όταν το σημαδεύει μια ήττα ή όταν η ‘οικογένεια’ βιώνει την απαξίωση ενός παιδιού της σαν δική της προσβολή και ταπείνωση και τείνει αυτόματα να το υποστηρίξει έναντι τρίτων. Υποτιμήθηκε το γεγονός ότι ένας ηγέτης που θεωρείται ήπιος μπορεί να πάρει ανάποδες στροφές όταν είναι κολλημένος στον τοίχο, να δείξει ένα απρόβλεπτο πείσμα και δεν είναι απίθανο ακόμη και να αποδειχθεί, όπως είχα προβλέψει πριν δύο χρόνια, killer με αγγελικό πρόσωπο. Ειδικά όταν πρόκειται για έναν Παπανδρέου πρέπει να υπολογίζεις το θρυλικό, βιωματικό και φαντασιακό δεσμό του με τον κορμό και την ψυχή της προοδευτικής παράταξης. Είναι ολέθρια ψευδαίσθηση και ύβρις ότι μπορεί κάποιος παράγοντας, όσο ισχυρός και να είναι, να πιστέψει ότι θα τον σύρει ως νεκρό Έκτορα πίσω από το άρμα του και να τον υποχρεώσει σε ταπεινωτική παραίτηση, έστω κι αν βαρύνεται με σοβαρά λάθη και ανεπάρκειες. Γενικότερα, υπάρχει μια αμφισημία στη στάση της κοινής γνώμης προς τους γόνους ιστορικών οικογενειών όπως στην περίπτωση Παπανδρέου: από τη μια κάνει άδικες συγκρίσεις με τον μεγάλο πρόγονο, τον υποτιμά (βλέπε ‘Γιωργάκης’), τον αντιμετωπίζει σαν ενοχοποιημένο σωσία και συχνά έχει τη διάθεση να του ξηλώσει τα γαλόνια και από την άλλη έντρομη, μετανιωμένη, γεμάτη ενοχές η ίδια κοινή γνώμη σπεύδει να τον αγκαλιάσει, να τον υπερασπιστεί με πάθος έναντι τρίτων ή ακόμα σ’ άλλες περιπτώσεις να τον εξιδανικεύσει και να τον μυθοποιήσει όπως συνέβη κάποτε με τον Ανδρέα.

… και τα λάθη τακτικής

Υπογράμμισα μερικά θεμελιώδη σφάλματα αλλά υπάρχουν και άλλα μικρότερα λάθη τακτικής τα οποία δυσκόλεψαν σχετικά την κίνηση Βενιζέλου ανεξάρτητα από την έκβαση της 11ης του Νοέμβρη όπως:

- εσπευσμένη, ασθμαίνουσα προσφυγή στον Κώστα Σημίτη ως εγγυητή, πράγμα που έφερε στην επιφάνεια ανεπίκαιρες συμπάθειες και αντιπάθειες.
- αμυντική και ηττοπαθής διατύπωση φόβων για νόθευση των διαδικασιών ή για διαγραφές (!)
- μπρος – πίσω σε σοβαρά ζητήματα διαδικασίας όπως η ημερομηνία εκλογής, πράγμα που άφηνε να αιωρείται μια παράδοξη αμφιβολία για τη νομιμότητα του εγχειρήματος.
- συμβατικές προγραμματικές θέσεις ανεπαρκείς συγκριτικά με το μέγεθος των κοινωνικών προβλημάτων.
- παραπολιτικού επιπέδου σχόλια ή μονότονη εστίαση σε μάλλον δευτερεύοντα σφάλματα της πλευράς Παπανδρέου σε σχέση με τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει το κόμμα.
- μετάπτωση από την υμνολογία Σημίτη στην υμνολογία του Ανδρέα με δεκάδες αψυχολόγητες αναφορές του ονόματός του σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις ώστε να φανεί ποιος πραγματικά είναι πολιτικό τέκνο του και ποιος είναι ανάξιος γιος ή νόθο του ή έκθετο στον Κιθαιρώνα!! Βέβαια, όλα αυτά είναι κατανοητά και συμπαθή στην οιδιπόδεια ατμόσφαιρα που υπάρχει στο ΠΑΣΟΚ και την οποία έχω αναλύσει στο ‘Ζητούνται Αλχημιστές’.
- ευκολία με την οποία αβασάνιστα και πολυσυλλεκτικά υιοθετούνται μια σειρά οργανωτικές προτάσεις για να δελεαστούν οι βαρόνοι που χρειάζονται αδύναμο ηγέτη, δίχως να υπολογίζονται και να επιλύονται οι νέες αντιφάσεις και τα νέα αδιέξοδα όπως συνέβη και στην προηγούμενη εκλογή και στη διαμόρφωση του Καταστατικού.

Υπάρχουν και άλλα σφάλματα που δεν είναι φρόνιμο να συζητηθούν δημόσια αλλά πρέπει όλες οι πλευρές στο ΠΑΣΟΚ να προβληματιστούν γόνιμα πάνω σ’ αυτά, να αυτοδιορθωθούν, να ξεπεράσουν εξαρτήσεις και κακές συνήθειες και να εξασφαλίσουν μακροπρόθεσμα την πολιτική αυτονομία του κινήματος δίχως αλληλοκαταγγελίες. Ο πρώτος αναμάρτητος τον λίθον βαλέτω!

δύο πλεονεκτούν έναντι όλων μας

Πήρα το θάρρος να απαντήσω σε μια σειρά προκλητικά σας σχόλια για τον Βαγγέλη με την ίδια τόλμη πιστεύω που τον υποστήριξα δημόσια απέναντι σε απαράδεκτες κατηγορίες που δέχθηκε όπως ‘δεξιός’, ‘αχυράνθρωπος των συμφερόντων’, ‘ματαιόδοξος’, ‘βουλιμικός’, ‘νάρκισσος’ κ.α. Έφτασα μάλιστα να τονίσω ότι ακόμα κι αν σ’ ένα χαρισματικό πολιτικό υπάρχει ματαιοδοξία μπορεί αυτή, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να γίνει φορέας έκφρασης ανερχόμενων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που παρέμεναν υπόγειες και μυστικές. Υπενθύμισα μάλιστα τη φράση του Ναπολέοντα "η ματαιοδοξία έκανε την επανάσταστη, η ελευθερία ήταν το πρόσχημα". Στην ίδια κατηγορία για βουλιμία ισχυρίστηκα ότι ακόμα κι αν υπήρχε θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να μετουσιωθεί σ’ ένα ‘άγριο’, δημιουργικό ένστικτο που έχει ατονήσει σ’ ένα κορεσμένο και κουρασμένο πολιτικό προσωπικό. Στο θέμα ‘ναρκισσισμός και ηγεσία’ επίσης έχω απαντήσει αναλυτικά στο ‘Ζητούνται Αλχημιστές’.

Η τέχνη σ’ έναν πραγματικό ηγέτη είναι να μετατρέπει τα ελαττώματα σε πλεονεκτήματα, τις κρίσεις σε ευκαιρίες, τα προβλήματα σε νέες δυνατότητες, τις αποτυχίες σε επιτυχίες. Αυτό εύχομαι και στον Βαγγέλη Βενιζέλο που τον θεωρώ κεφάλαιο για το ΠΑΣΟΚ και έχει την αγάπη μου, την εκτίμησή μου για τα προσόντα του, τη ζήλεια μου για την ακατανίκητη ενεργητικότητά του και βέβαια την κριτική συμπαράστασή μου, είτε ‘κερδίσει’ στις 11 του Νοέμβρη, είτε πολύ περισσότερο αν ‘χάσει’. Σ’ αυτήν την κρίση του κόμματος, που πρέπει να εργαστούμε όλοι για να γίνει παραγωγική, δύο ηγετικά πρόσωπα αποδείχθηκε ότι πλεονεκτούν έναντι όλων μας σε τόλμη και ανάληψη εύλογων κινδύνων: ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Τους χρειαζόμαστε και τους δύο αφού στις 11 του Νοέμβρη ο ‘νικητής’ δεν θα τα πάρει ‘όλα’ εκτός αν θέλει η ‘νίκη’ του να είναι πύρρειος και αυτοκαταστροφική.

Εννοείται ότι με το ίδιο αυτόνομο, κριτικό και συντροφικό πνεύμα θα αναλύσω τις κινήσεις της πλευράς Παπανδρέου όπως άλλωστε έκανα αυτά τα τριάμισι χρόνια.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2007

Η κρίση στο ΠΑΣΟΚ και ο ‘κανόνας του 70%’ στην επιλογή Προέδρου

Με ρωτάτε επίμονα με τι κριτήρια θα αξιολογήσετε τους υποψήφιους Προέδρους. Έχω πει από την πρώτη μέρα ότι πρέπει να ‘βαθμολογήσετε’ τους υποψηφίους ήρεμα, ελεύθερα, κατά συνείδηση, δίχως εμφύλιες στοιχίσεις και χειραγωγήσεις με τα ‘έξι’ αλληλένδετα κριτήρια που έχουν στρατηγικό χαρακτήρα για ένα νέο ΠΑΣΟΚ με το άρωμα του 21ου αιώνα: ‘Επανίδρυση’ του ΠΑΣΟΚ, ιδεολογική, προγραμματική, κινηματική, ηθική και οργανωτική – ‘εκλεξιμότητα’ και ικανότητα διακυβέρνησης με νέο τρόπο – ενότητα με νικηφόρα προοπτική – ανανέωση της κοινωνικής εκπροσώπησής του και ανασχηματισμός της πολυσυλλεκτικότητάς του – υπέρβαση παθολογιών του πολιτικού συστήματος στις οποίες, σ’ ένα βαθμό, εμπλέκεται και το ΠΑΣΟΚ λόγω της μακρόχρονης διακυβέρνησής του και μιας σειράς εκφυλιστικών φαινομένων – συντεταγμένη αλλά τολμηρή ανανέωση του πολιτικού του προσωπικού σε μια πορεία υπέρβασης ενός παραλυτικού status quo στο κόμμα.

Προσωπικά στη λήψη μιας κρίσιμης απόφασης, είτε στην πολιτική, είτε στις επενδύσεις συστήνω τον ‘κανόνα του 70%’. Αυτόν τον κανόνα τον έχω αναπτύξει σε βιβλία και διαλέξεις μου. Δηλαδή, για να αποφασίσω πρέπει να διαθέτω τουλάχιστον το 70% της πληροφορίας και της εύλογης βεβαιότητας για την υλοποίηση ενός ‘σεναρίου’ όπως π.χ. αυτό που περιγράφω για το ΠΑΣΟΚ με τα ‘έξι’ σημεία. Η διαχείριση του ρίσκου που κάνω περικλείει μέγιστο αποδεκτό κίνδυνο σχετικής αποτυχίας 30%. Φυσικά τα ποσοστά αυτά είναι ενδεικτικά αφού η ποσοτικοποίηση στην πολιτική είναι πολύ δύσκολη.

Συνεπώς για να στρατευθώ αποφασιστικά στο πλευρό ενός υποψηφίου πρέπει να έχω έναν υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης, τουλάχιστον του 70%, για τη θέληση και ικανότητα του ίδιου και της πιθανής ηγετικής του ομάδας να υλοποιήσει αυτό το ανανεωτικό, ενωτικό και νικηφόρο σχέδιο. Αν ενδεχομένως κανείς δεν εγγυάται αυτή την πορεία με μια πιθανότητα τουλάχιστον 70% ασφαλώς προσωπικά δεν θα ψηφίσω λευκό. Θα κάνω δημόσια μια υποχρεωτική επιλογή με δημιουργική επιφυλακτικότητα, εποικοδομητική αμφιβολία και κριτική υποστήριξη. Καθένας από εσάς θα ψηφίσει κατά συνείδηση ανεξάρτητα από τη δική μου απόφαση. Δεν παριστάνω τον καθοδηγητή. Μέχρι στιγμής προσπαθώ, στα όρια των δυνατοτήτων που αφήνουν οι πολεμικές ιαχές των Ηρακλειδών, ώστε ο ανταγωνισμός των τριών υποψηφίων να αναδείξει τα υπαρκτά προβλήματα του ΠΑΣΟΚ και τις λύσεις τους.

Πάντως, αν δεν έρθουν στα συγκαλά τους μερικοί ‘πιστοί’ των υποψήφιων Προέδρων δεν θα έχουν παρά μόνο δύο επιλογές: ήττα ή πύρρειος νίκη. Εμείς οι υπόλοιποι, όσοι δεν έχουμε χάσει τα μυαλά μας, ας αγωνιστούμε για να εγγυηθούμε τη νίκη και μόνο τη νίκη του ενωμένου και ανανεωμένου ΠΑΣΟΚ, όποιος κι αν είναι Πρόεδρος στις 11 Νοεμβρίου. Ας αντισταθούμε με ιδέες και εποικοδομητικές παρεμβάσεις στην αδελφοκτόνο κατάρα που πάει να γίνει επιδημία.

Η κρίση του ΠΑΣΟΚ είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την ξοδεύουμε άσκοπα και αυτοκαταστροφικά. Η κρίση μπορεί και πρέπει να γίνει δημιουργός μιας νέας κατάστασης στο κόμμα, παραγωγός μιας σημαντικής επανιδρυτικής καινοτομίας.

Η εκλογή της 11ης Νοεμβρίου δεν πρέπει να είναι ένα ‘παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος’ (zero-sum game). O ‘νικητής’ δεν τα παίρνει ‘όλα’ και ο ‘χαμένος’ δεν τα χάνει ‘όλα’.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2007

Και λίγα σχόλια (ηχητικά!) ακόμη...

Αυτή τη φορά η απάντηση στα σχόλιά σας είναι ηχητική!

Πιο κάτω μπορείτε να ακούσετε το πιο πρόσφατο podcast του "Επισκέπτη της Παρασκευής" με τον σχολιασμό των εξελίξεων μετά το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ.



Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Λίγα σχόλια για τις τελευταίες 550 παρεμβάσεις

Τι λέγαμε πριν

Σ’ όλες τις συνεντεύξεις, τηλεοπτικές παρουσίες, προεκλογικές ομιλίες ακόμα και στο προεκλογικό μου φυλλάδιο έκανα κεντρικά θέματα, όπως και τώρα μετεκλογικά. την ‘επανίδρυση’ του ΠΑΣΟΚ, την υπέρβαση του status quo και του κατεστημένου στο κόμμα, τη συντεταγμένη ανανέωσή του και άλλα. «Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει μόνο όταν εκφράζει τη φρεσκάδα στις ιδέες, στις λύσεις και στα πρόσωπα», τόνιζα «στο DNA του ΠΑΣΟΚ υπάρχει ο ιδρυτικός κωδικός ‘αλλαγή, αλλαγή, αλλαγή!’». Στο όνομα αυτών των θέσεων ζήτησα την ψήφο του κόσμου του ΠΑΣΟΚ και μου την έδωσε με γενναιοδωρία.

Έχουμε καταλάβει τι έγινε;

Στην πολιτική υπάρχει ένα σημείο καμπής, ένα σπάσιμο στη συνέχεια, είναι εκείνες οι ‘οριακές συνθήκες’ όταν από το σημείο συν αγγίζεις το μηδέν και αρχίζεις να περνάς στο πλην κι ό,τι κι αν κάνεις με τον παλιό τρόπο ακόμα κι αν το κάνεις καλύτερα, ακόμα κι αν το μόνο που αλλάζεις είναι ο αρχηγός, η κατάσταση έρχεται και βάζει μπροστά σου το αλγεβρικό σημείο πλην. Αν δεν είσαι δημιουργός μιας νέας κατάστασης αλλά απλώς ένας καλύτερος ίσως διαχειριστής της παλιάς, αν δεν αντιπροσωπεύεις μια επανιδρυτική καινοτομία, γλιστράς σε εκείνη τη μοιραία φάση που και χρυσάφι να πιάσεις κάρβουνο γίνεται και οι πιο έξυπνες ιδέες σου καίγονται και οι ‘μπαταρίες’ σου πολύ γρήγορα αδειάζουν. Αυτή είναι η πρόκληση προς τους υποψήφιους Προέδρους του ΠΑΣΟΚ. Αν εκπροσωπούν την ‘παλαιά τάξη πραγμάτων’ δεν θα πάνε πολύ μακριά.

Ποια ήταν η πρότασή μου από την πρώτη στιγμή, από το βράδυ της 16ης;

Η ριζοσπαστικοποίηση της συμμετοχής των μελών και φίλων του κόμματος στο διάλογο για την εκλογή της ηγεσίας γύρω από τα έξι κρίσιμα ερωτήματα προς τους υποψηφίους, τα οποία αλληλοεξαρτώνται:
1) ιδεολογική, προγραμματική, ηθική και οργανωτική ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ στα πλαίσια μιας ευρύτερης ανασύνθεσης της προοδευτικής Αριστεράς, 2) ‘εκλεξιμότητα’ και ικανότητα διακυβέρνησης με νέο τρόπο, 3) ανανέωση της κοινωνικής εκπροσώπησης και ανασχηματισμός της πολυσυλλεκτικότητας του ΠΑΣΟΚ στις νέες συνθήκες, 4) ενότητα σε μια νικηφόρα προοπτική, 5) υπέρβαση παθολογιών του πολιτικού συστήματος, 6) συντεταγμένη ανανέωση του πολιτικού προσωπικού. Για παράδειγμα, είναι αυταπάτη ότι κάποιος ηγέτης μπορεί να πραγματώσει το ενδεχόμενο πλεονέκτημα της ‘εκλεξιμότητας’ αν δεν επιτυγχάνει την ενότητα ή την πολιτική, ιδεολογική και ηθική υπεροχή που εξασφαλίζει η ‘επανίδρυση’ και η ανανέωση των προσώπων. Δηλαδή η πρότασή μου ξεπερνά τη λογική ενός παθητικού τεστ των υποψηφίων και απλής ‘βαθμολόγησής’ τους, η οποία βέβαια είναι αναπόφευκτη στις 11 του Νοέμβρη.

Η κρίση ηγεσίας έφερε πιο καθαρά στην επιφάνεια μια κρίση του κομματικού ‘εμείς’, δηλαδή της συλλογικής μας ταυτότητας και μια κρίση ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας που καταγράφεται έντονα και στο εκλογικό αποτέλεσμα. Το παλιό ‘εμείς’ δεν ενώνει και δεν κινητοποιεί όπως πριν και το νέο είναι ζητούμενο. Το ΠΑΣΟΚ σύντροφε Βαγγέλη χρειάζεται Νέα Αφήγηση, «new story». Το ΠΑΣΟΚ σύντροφε Γιώργο χρειάζεται επειγόντως το «μέρισμα νεότητας».

Γιατί αυτόνομη παρέμβαση

Πιστεύω ότι έχω κατακτήσει το δικαίωμα της αυτόνομης παρέμβασης και όχι της υποχρεωτικής ομαδοποίησης και στοίχισης. Πολύ περισσότερο που πιστεύω ακράδαντα ότι αυτή η στάση θα υπηρετήσει πιο αποτελεσματικά την ριζοσπαστικοποίηση της ενότητας του κόμματος από τα «κάτω» σε μία πορεία ανασυγκρότησης και νικηφόρας προοπτικής. Προσπάθησα, ιδιαίτερα τα πολλά χρόνια της υποχρεωτικής απουσίας μου από την πολιτική, να παίρνω κριτικές αποστάσεις από πρόσωπα και πράγματα, να αποφεύγω τη στείρα έξαρση και να δαμάζω την παρορμητική κρητική μου φύση ώστε να συγκεντρώνομαι στους βασικούς κρίκους μίας υπόθεσης. Δεν ξεχνώ τη συμβουλή του Μαξ Βέμπερ που τόνισα στο ΜΕΤΑ: «η έλλειψη απόστασης είναι ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα οποιουδήποτε πολιτικού». Αυτή η στάση μου χαίρομαι ότι είναι κατανοητή από τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Κώστα Σκανδαλίδη και είμαι βέβαιος και από τον Βαγγέλη Βενιζέλο. Επειδή σκέφτομαι με μαντινάδες θα πω στους συντρόφους και φίλους του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης αριστεράς μία για την περίσταση:

Δεν μαγειρεύω μπλιό κουκιά
δεν στένω μπλιο τσικάλι
εκάηκα τη μια φορά
Δεν καίγομαι την άλλη

Αλλαγή ή «παλινόρθωση» με τον ένα ή τον άλλο ηγέτη;

Αυτό είναι το βαθύτερο δίλλημα του ΠΑΣΟΚ το οποίο ξεπερνά κατά πολύ το, έτσι κι αλλιώς, σημαντικό δίλημμα για τον ηγέτη.

Γιατί τόση ένταση σε μια εκλογή όπου δεν υπάρχουν ανάλογες με τη φόρτισή της ιδεολογικές και προγραμματικές διαφορές στις στοιχήσεις και συσπειρώσεις των προσώπων;

Η ειρωνεία της ιστορίας μάλιστα το φέρνει οι δυο κύριοι πρωταγωνιστές στη μάχη της διαδοχής να συσπειρώνουν πρόσωπα με μεγάλη απόκλιση από τον δικό τους προσωπικό πολιτικό και ιδεολογικό πολιτισμό. Ονόματα δεν λέμε αλλά ο νοών νοείτω. Είναι σαν να έχει συσσωρευθεί επί πολλά χρόνια μεγάλη ένταση και αντιπάθεια και στήνεται ένας καυγάς δύο ομάδων συμμαθητών με σχεδόν τυχαία σύνθεση για να ‘πλακωθούν’ και να εκτονωθεί αυτή η ένταση. Είναι ο ‘ναρκισσισμός των μικρών διαφορών’, κατά τον Φρόυντ, η ‘αντιπάθεια των συγγενών’ και το ‘σύνδρομο της αδελφοκτονίας’ που χτυπά τις ‘αδελφικές κοινότητες’ όταν πια το είδωλο του πατέρα είναι μακρινό. Σήμερα θα φέρω στην επιφάνεια έναν άλλο παράγοντα που δεν έχει αναδειχθεί στη συζήτηση. Στο παρελθόν όταν συγκεντρώνονταν πολλοί ισόβαθμοι αξιωματικοί στις μεσαίες και πάνω βαθμίδες του στρατεύματος, επινοούσαν συγκρούσεις και πραξικοπήματα για να «φαγωθούν» κάποιοι και να απελευθερωθεί η επετηρίδα. Στη δική μας περίπτωση η μακρόχρονη παραμονή στην εξουσία έχει δημιουργήσει υπεράριθμους υπουργούς δίχως υπουργεία, αξιωματούχους δίχως αξιώματα και ασύνειδα στρέφονται σε μια σύγκρουση που θα ‘αφανίσει’ πολλούς ώστε να επέλθει μια νέα ισορροπία. Η πολιτική νοείται σαν δαρβινικός χώρος κι όσοι επιζήσουν, επέζησαν. Η μάχη για ρόλους, αργά ή γρήγορα ακόμα κι αν δεν έχει πίσω της ανάλογες πολιτικές διαφορές, θα τις επινοήσει στην πορεία και θα τις βαθύνει για να δικαιωθεί στα μάτια των οπαδών και να μη φαίνεται μία γυμνή μάχη εξουσίας. Το μόνο που δεν υπολογίζουν είναι ότι εδώ δεν πρόκειται για στράτευμα και μπορεί οι ‘αντίπαλοι – συμπαίκτες’ αργά ή γρήγορα να κρέμονται στον αέρα, δηλαδή ο κόσμος να φεύγει από κάτω και η κρίση εκπροσώπησης να βαθαίνει.

Τι συμβαίνει με την ‘τυχερή γενιά’ του ΠΑΣΟΚ;

Το ΠΑΣΟΚ αδιαμφισβήτητα υπερέχει σε επίπεδο στελεχών ΑΛΛΑ:
Πρώτον, μεγάλωσαν στον ίσκιο ενός μεγάλου ηγέτη και αυτό το πλεονέκτημα συνοδεύεται από ορισμένες στρεβλώσεις στην ανάπτυξή τους.
Δεύτερον, ‘γεννήθηκαν’ πολιτικά κατευθείαν σε θέσεις εξουσίας όλων των επιπέδων, σε συνθήκες προχωρημένης ‘κρατικοποίησης’ του κόμματος και δυσκολεύονται να κινηθούν στο νέο περιβάλλον της αντιπολίτευσης, να ‘σκεφθούν διαφορετικά’ και να εκπροσωπήσουν την κοινωνία με νέο τρόπο. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιβιώνουν αλαζονικές και καθεστωτικές συμπεριφορές ασύμβατες με ένα λαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα. Ένα στυλ κορεσμένο και κουραστικό που δεν αγγίζει πια ούτε τους πιο φανατικούς οπαδούς της παράταξης.
Τρίτον, αναπτύχθηκαν σε συνθήκες υπερπροστασίας από τον ισχυρό φιλικό τύπο της παράταξης, κυριολεκτικά στη ‘γυάλα’ και σ’ ένα βαθμό φοβούνται δημιουργικά εγχειρήματα και καινοτομίες που εμπεριέχουν ρίσκο.
Η ‘τυχερή γενιά’ του ΠΑΣΟΚ είχε καταληφθεί από το ‘σύνδρομο της επιτυχίας’, από την ‘παγίδα’ της επιτυχίας. Υπάρχει πάντα ‘κάτι’ που πρέπει να αλλάξεις κι όμως σε τυφλώνει η μέθοδος της συνεχούς και εύκολης επιτυχίας.

Ο Πάγκαλος και τα γεύματα

Ο φίλος μου ο Θόδωρος παραλλήλισε με γερή δόση υπερβολής την κίνηση Βενιζέλου με την ‘18η Μπρυμαίρ’ που έγινε ομώνυμο βιβλίο από τον Μαρξ. Δηλαδή με το αιφνιδιαστικό πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στις 2 Δεκεμβρίου του 1851. Στο ίδιο κείμενο όμως θα έπρεπε ο Θόδωρος να θυμάται για τα γεύματά του τη φράση του Μαρξ ότι τα ‘μεγάλα γεγονότα επαναλαμβάνονται μεν αλλά ως φάρσα’. Γεύματα στα οποία οι συνδαιτυμόνες δεν συμφωνούν στο ποιoν να φάνε και δεν είναι σαφές τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν στη σύγκρουση κινδυνεύουν αδίκως να ταξινομηθούν στην λογοτεχνική κατηγορία ‘Γεύμα Φαντασμάτων’. Πιο κάτω ο Μαρξ επαναλαμβάνει με έμφαση τη φράση ‘Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα’. Και αυτό το τελευταίο απουσιάζει, αγαπητέ Θόδωρε, στην περίπτωσή μας. Την ‘χρυσή ευκαιρία’ κάποτε δεν την άδραξες. Ποιος ξέρει; Μπορεί να έχεις και δεύτερη.

Οι βαρόνοι και οι διαδικασίες αξιολόγησης, αυτοκριτικής, λογοδοσίας και κυρίως μάθησης στο ΠΑΣΟΚ.

Δεν νομίζω ότι πρέπει να υπάρχουν σύντροφοι που να κολακεύονται με τον τίτλο βαρόνοι. Μυρίζει κομματικό φεουδαλισμό, συντηρητική επετηρίδα, κλειδωμένη ιεραρχία, συμπαιγνίες κορυφής, πνιγηρό status quo ειδικά σε βάρος των νεότερων γενεών. Ο Ανδρέας έλεγε ‘δεν κληρονομείται’ το ΠΑΣΟΚ για να αποκλείσει τη μοναρχία αλλά συμπλήρωνε ότι δεν ‘τεμαχίζεται’ σε βαρονίες και κομητείες. Όταν αυτό συνέβη οδηγήθηκε στην παρακμή το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Πολύ περισσότερο όταν οι βαρονίες είναι φαντασιακά υπολείμματα με αδύναμη αντιστοίχηση με την πραγματικότητα. Οι ‘βαρόνοι’ στην πολιτική ιστορία θέλουν κατά κανόνα τον ηγέτη αποδυναμωμένο, αν είναι δυνατόν κερασάκι στην τούρτα τους και το κόμμα μια ομπρέλα για τα περιχαρακωμένα φέουδά τους. Ένα από τα θεμελιώδη σφάλματα του Γιώργου Παπανδρέου είναι ότι υπερτίμησε το ρόλο και το βάρος της βαρονίας και έτσι γλίστρησε σ’ ένα status quo που ακύρωσε τον αυτομετασχηματισμό του ΠΑΣΟΚ και τη στρατηγική της ανανέωσής του. Αυτό πρέπει να γίνει δίδαγμα και στους άλλους υποψηφίους Προέδρους ώστε η φράση το 'όλον ΠΑΣΟΚ' να μην έχει άρωμα status quo και απλής αναδιάταξης στην ‘παλιά τάξη πραγμάτων’.

Η κουλτούρα της βαρονίας έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση αμοιβαίας αποσιώπησης των αδυναμιών και μείωσης της προσωπικής ευθύνης των ηγετικών στελεχών τα οποία διαχειρίζονται συχνά μονοπωλιακά και αποκλειστικά την πολιτική και την εικόνα του κόμματος σε κρίσιμους τομείς. Κανείς είτε στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση δεν αξιολογείται στη δράση του με θεσμικό τρόπο πράγμα που είναι αναγκαίο για τη μάθηση του κόμματος, τη συγκέντρωση και τη μεταβίβαση της γνώσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ‘όλα’ μεταφέρονται στην πλάτη του Γιώργου Παπανδρέου ακόμα και για τομείς όπου ατυχήσαμε εντυπωσιακά με την ελάχιστη δική του συμμετοχή. Το ίδιο συμβαίνει αντίστροφα για τον Βαγγέλη Βενιζέλο ή για τον Κώστα Σημίτη. Ο ‘πρώτος’ φταίει για όλα και οι βαρόνοι βιάζονται να κρύψουν τις δικές τους ευθύνες πίσω από τα παζάρια κορυφής και διαδοχής. Η διαδικασία μάθησης έχει διακοπεί στο κόμμα. Ποτέ δεν θα μάθουμε τι «δούλεψε» και τι «δεν δούλεψε».

Φταίει ο Σημίτης;

Έχω γράψει πολλές φορές ότι ένας Πρωθυπουργός στη διάρκεια μιάς ή δύο θητειών μπορεί να επιλύσει ένα περιορισμένο κύκλο μεγάλων προβλημάτων. Η κυβέρνηση Σημίτη το κατάφερε με τη συμμετοχή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, τα μεγάλα έργα, τους Ολυμπιακούς Αγώνες, την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. κ.λ.π. Αυτά και μόνο τον αναδεικνύουν σαν ένα από τους πιο πετυχημένους Πρωθυπουργούς της Ελλάδας ανεξάρτητα από τις παλιές αναμνήσεις, συμπάθειες και αντιπάθειες που στοιχειώνουν το χώρο του ΠΑΣΟΚ. Υπάρχουν όμως μια σειρά αποτυχίες που στις περισσότερες περιπτώσεις αγγίζουν βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Αποτυχίες καθώς και ‘πρόσωπα’ και πράγματα στη διακυβέρνηση που ‘δεν δούλεψαν’ τα οποία ψιθυρίζονται με νοσηρό τρόπο και κατέληξαν σε ταμπού αντί να αποτελέσουν πηγή προγραμματικής καινοτομίας στο κόμμα. Ας δούμε μερικά παραδείγματα προβλημάτων από το 2007 που ανακινούν και ευθύνες των κυβερνήσεών μας:

Η κρίση στο χώρο της νεολαίας. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση μαζικοποιήθηκε με υποχρηματοδότηση και απουσία μεταρρύθμισης με αποτέλεσμα μια συγκριτική πτώση της ποιότητάς της. Οι επιδόσεις των μαθητών της μέσης εκπαίδευσης είναι απαράδεκτα χαμηλές. Δημιουργείται ένα μαζικό ‘υποπρολεταριάτο’ πτυχιούχων με προβληματική προοπτική στο χώρο της εργασίας και κοινωνικά απαράδεκτα επίπεδα ανεργίας. Παγιώθηκε ως ελληνικό όνειρο (Greek Dream) μια πάση θυσία θέση στο δημόσιο. Κοκάλωσε η αδικία σε βάρος της νέας γενιάς στις πλάτες της οποίας πέφτει ένα τριπλό χρέος (δημόσιο – ‘κρυφό’ ασφαλιστικό – οικολογικό).

Πώς λοιπόν η σημερινή εικόνα του ΠΑΣΟΚ περιμένουμε να γοητεύσει τις νέες γενιές; Ακόμα και βιβλίο ιστορίας επί των ημερών μας πολτοποιήθηκε δίχως κιχ, δίχως καν διόρθωση και μάλιστα για σχετικά ασήμαντη αφορμή σε σχέση με την πρόσφατη περίπτωση.

Οι πυρκαγιές έφεραν μια εκκρεμότητα που αποτελεί απαγορευμένη συζήτηση στο ΠΑΣΟΚ και έτσι αδυνατούμε να μελετήσουμε την πείρα μας. Γιατί λοιπόν αυτή η παράδοξη αποτυχία στις χρήσεις γης, στο κτηματολόγιο, στο δασολόγιο; Γιατί η αλλαγή υπουργού οδηγούσε αυτόματα σε αναστολή των σχετικών προσπαθειών;

Η μη έγκαιρη μεταρρύθμιση του ΕΣΥ οδήγησε σε στρεβλώσεις και σε μια πρωτοφανή για Ευρωπαϊκή χώρα αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης. Και αυτή η εξέλιξη που έχει πάρει χαρακτήρα τετελεσμένου δεν είναι τιμητική για ένα λαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα.

Στο χώρο της οικονομίας ενισχύθηκαν οι καθιερωμένες μεγάλες επιχειρήσεις σε συνθήκες μάλλον περιορισμένου ανταγωνισμού αλλά δεν δημιουργήθηκε ο αναγκαίος ζωτικός χώρος για τις νέες καινοτομικές αυτοδημιούργητες επιχειρήσεις ειδικά τις ανερχόμενες μικρές και μεσαίες.

Το μεγαλύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα της χώρας είναι η χαμηλή απόδοση της δημόσιας δαπάνης, η χαμηλή παραγωγικότητα του δημόσιου τομέα. Κι όμως μια θεμελιώδης καινοτομία του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ όπως είναι η Νέα Δημόσια Διαχείριση που συνδέει τη χρηματοδότηση με τα τελικά αποτελέσματα θάφτηκε κυριολεκτικά από το ηγετικό προσωπικό όπως κάθε τι που ξεπερνά την εμπειρία της υπουργικής τους θητείας.

Εδώ σταματώ προς το παρόν και θα επανέλθω με μια σειρά άλλα θέματα που έχουν τεθεί από εσάς στο ιστολόγιό μου.

Ες αύριον τα σπουδαία.